Οι άνθρωποι που ζουν κοντά σε χώρους πρασίνου γερνούν πιο αργά σε κυτταρικό επίπεδο, διαπιστώνει νέα μελέτη

Οι άνθρωποι που περνούν αρκετό χρόνο στη φύση νιώθουν λιγότερη ανάγκη να πάρουν φάρμακα για το άγχος, την υπέρταση, το άσθμα και άλλες παθήσεις, σύμφωνα…

autumn-3731094_1280

Οι άνθρωποι που περνούν αρκετό χρόνο στη φύση νιώθουν λιγότερη ανάγκη να πάρουν φάρμακα για το άγχος, την υπέρταση, το άσθμα και άλλες παθήσεις, σύμφωνα με επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2023. Προηγούμενες μελέτες έχουν επίσης διαπιστώσει πως η συχνή επαφή με τη φύση είναι ενεργητική για τη σωματική αλλά και τη ψυχική υγεία. Μάλιστα, ορισμένοι γιατροί συνταγογραφούν τις βόλτες στη φύση ως θεραπεία.

Τώρα, μια νέα μελέτη διαπιστώνει πως οι άνθρωποι που ζουν κοντά στη φύση τείνουν να είναι βιολογικά νεότεροι.

«Αυτή η μελέτη ήταν μια προσπάθεια να ποσοτικοποιηθούν οι ευεργετικές επιπτώσεις του πρασίνου σε κυτταρικό επίπεδο και ο βαθμός στον οποίο το πράσινο μπορεί να συμβάλει στην αντιστάθμιση των περιβαλλοντικών βλαβών», εξήγησε ο κοινωνικός οικολόγος Άαρον Χιπ από το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.

Εξετάζοντας 7.827 άτομα και το περιβάλλον του σπιτιού τους, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι ζούσαν σε περιοχές που είχαν περισσότερα πάρκα, κήπους, δέντρα και άλλη βλάστηση, είχαν μεγαλύτερα τελομερή – μια περιοχή στις αλληλουχίες του DNA που σχετίζεται με τη μακροζωία.

«Αυτό ίσχυε ανεξάρτητα από τη φυλή, την οικονομική κατάσταση, το αν έπιναν ή κάπνιζαν», πρόσθεσε ο Χιπ.

Τα τελομερή είναι επαναλαμβανόμενα τμήματα του DNA που βρίσκονται στα άκρα κάθε ενός από τα 46 χρωμοσώματά μας, εμποδίζοντας το γενετικό μόριο να ξετυλιχτεί όπως οι πλαστικές άκρες των κορδονιών των παπουτσιών. Κάθε φορά που ένα κύτταρο διαιρείται, τα τελομερή στο εσωτερικό του μικραίνουν, έως ότου το κύτταρο δεν μπορεί πλέον να διαιρέσει το γενετικό του υλικό και η κυτταρική του σειρά πεθαίνει.

«Αυτό καθιστά τα τελομερή σημαντικούς δείκτες της βιολογικής ηλικίας και της φθοράς των κυττάρων μας», εξήγησε ο αναλυτής γεωχωρικών δεδομένων, Σκοτ Όγκλτρι του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου.

«Γνωρίζουμε ότι πολλές μεταβλητές – όπως το στρες – μπορούν να επηρεάσουν την ταχύτητα της φθοράς των τελομερών», πρόσθεσε.

Οι χώροι πρασίνου είναι γνωστό ότι μετριάζουν το στρες με πολλούς τρόπους. Τα φυτά συμβάλλουν στην προστασία και τη μόνωσή μας από το περιβάλλον, διατηρώντας το έως και αρκετούς βαθμούς πιο δροσερό κατά τη διάρκεια των κυμάτων καύσωνα. Επίσης μειώνουν τη ρύπανση του αέρα και την ηχορύπανση. Οι χώροι πρασίνου ενθαρρύνουν τη σωματική δραστηριότητα και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο εγκληματικότητας.

Ωστόσο, σήμερα, πολλοί άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από τη φύση. Αυτή η απομάκρυνση έχει πιθανότατα συμβάλει στην υποβάθμιση του φυσικού κόσμου (η έκτη μαζική εξαφάνιση), καθώς έχουμε ξεχάσει πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος γύρω μας. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται «σύνδρομο μετατόπισης βασικών γραμμών» (shifting baseline syndrome). Ο όρος επινοήθηκε από τον Ντάνειλ Πόλι το 1995 και αναφερόταν στην αυξανόμενη ανοχή στη μείωση των αποθεμάτων ψαριών με την πάροδο των γενεών και έχει επίσης ρίζες στην ψυχολογία, όπου αναφέρεται ως «περιβαλλοντική αμνησία γενεών». Με απλά λόγια, το σύνδρομο μετατόπισης βασικών γραμμών είναι «μια σταδιακή αλλαγή των αποδεκτών προτύπων για την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος λόγω έλλειψης εμπειρίας, μνήμης ή/και γνώσης της προηγούμενης κατάστασής του». Αυτό, δηλαδή, που εμείς θεωρούμε σήμερα υγιές περιβάλλον, οι προηγούμενες γενιές το θεωρούσαν υποβαθμισμένο, και αυτό που εμείς κρίνουμε τώρα ως υποβαθμισμένο, η επόμενη γενιά θα το θεωρήσει υγιές ή φυσιολογικό.

Ενώ το φαινόμενο αυτό μπορεί να προσφέρει κάποια ψυχολογική προστασία βραχυπρόθεσμα, είναι επίσης επικίνδυνο για τη μελλοντική μας υγεία, και μελέτες όπως αυτή αποδεικνύουν πλέον τις άμεσες επιπτώσεις που έχει η απομάκρυνση από τη φύση και στην υγεία μας.

«Λαμβάνοντας υπόψη το μέσο ποσοστό φθοράς στο δείγμα, ο χώρος πρασίνου θα μπορούσε να μειώσει τη βιολογική ηλικία ενός ατόμου κατά 2,2 έως 2,6 χρόνια», υπολόγισαν οι ερευνητές.

Φυσικά, τα ισχυρά οφέλη της φύσης λειτουργούν μόνο μέχρι ενός σημείου. Όταν η ομάδα συνυπολόγισε παράγοντες κινδύνου, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι θετικές επιπτώσεις των χώρων πρασίνου εξαφανίστηκαν. Η μελέτη ανέδειξε επίσης τις επιπτώσεις των φυλετικών ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση σε χώρους πρασίνου.. Οι μη ισπανόφωνοι λευκοί στη μελέτη ζούσαν στις πιο πράσινες περιοχές, οι οποίες έτειναν να έχουν συνολικά χαμηλότερη φυλετική/εθνοτική ποικιλομορφία. Οι ερευνητές υποψιάζονται ότι οι πιέσεις που συμβάλλουν αυτοί οι άλλοι παράγοντες μπορεί να υπερκαλύπτουν τα οφέλη που προσφέρουν οι χώροι πρασίνου.

«Οι χώροι πρασίνου είναι εξαιρετικά πολύτιμοι για μια κοινότητα, αλλά δεν αρκούν για να ξεπεράσουν από μόνοι τους τον συστημικό ρατσισμό και τις επιπτώσεις του οικονομικού διαχωρισμού και τις προκλήσεις της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης», τόνισε ο Χιπ.

«Αυτή η μελέτη δείχνει ότι η δημιουργία χώρων πρασίνου σε μια κοινότητα είναι σημαντική, αλλά είναι εξίσου κρίσιμο – ή και πολύ πιο κρίσιμο – να αντιμετωπίσουμε τις περιβαλλοντικές βλάβες, ιδίως εκείνες που συνδέονται με τον συστημικό ρατσισμό», συμπλήρωσε.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Science of the Total Environment».

ΠΗΓΗ: Science Alert