Θανάσης Βαλαώρας: Ο ιχνηλάτης της σιωπηλής μνήμης των πραγμάτων

«Υδάτινα όρια» Από τις 20 Απριλίου έως τις 17 Μαΐου 2015 στη ΛαχαναγοράOLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Ψηλαφώντας με τις άκρες των πινέλων του ο Θανάσης Βαλαώρας τα σύνορα μιας πολυδιάστατης γεωγραφίας, επιχειρεί με το παιχνίδισμα των χρωματισμών της αυγοτέμπερας και του ανάγλυφου της φθοράς των «αρχαίων ξύλων» του, να ανασυνθέσει και να ορίσει ξανά από την αρχή τα όρια μιας προσωπικής υδάτινης πατριδογνωσίας. Ακροβασία περιπετειώδης και έκθετη στην κατακερματισμένη και θολή οριογραμμή μιας κρυπτογραφικής απόπειρας, η οποία διεκδικεί σε απόλυτο βαθμό το σύνολο της πιο βαθιάς αισθαντικότητας σου, έτσι ώστε κάποια στιγμή να χρειαστεί μόνο μια μικρή αχτίδα να δαπανήσει το λιγοστό της φως, για να ξεκλειδώσει την εσπερινή λειτουργία των επιταχυντών της μνήμης.

Γράφει ο Λευτέρης Τηλιγάδας

Είναι κάμποσα τα χρόνια από τότε που ο Θανάσης άρχισε να σκαλίζει τον κώδικα αυτής της καταγραφής που εκτίθεται από χθες στην ανακαινισμένη Λαχαναγορά του Αγρινίου με γενικό τίτλο «Υδάτινα Όρια». Δημιουργός χαμηλών τόνων και σιωπηρός συλλέκτης της πολιτισμικής γεωγραφίας της περιοχής μας, έτσι όπως αυτή διασώζεται ακατέργαστη και σκόρπια στις συντεταγμένες του περιθωρίου της καθημερινότητας μας, για να γράψει πάνω της εκείνες τις εικόνες, που η ίδια διατηρεί ανέπαφη στην επιφάνεια της. Ο Θανάσης δεν ζωγραφίζει απλά και μόνο πάνω στους ξύλινους καμβάδες του… «Γράφει τη ζωή» των απαλών απολιθωμάτων της διαδρομής του ανέμου, του νερού, της φωτιάς, του καιρού και της φθοράς του έτσι όπως αποτολμά να τα ανασυνθέσει ο μελαγχολικός τις περισσότερες φορές χρωστήρας του βλέμματος του. Ένα μελαγχολικό βλέμμα, το οποίο σε καμία περίπτωση και με κανένα κοίταγμα του δεν φλυαρεί βάρος μέσα στους διαύλους της προσωπικής ευαισθησίας σου.

Είχα συνηθίσει βέβαια στους μέχρι πριν κάμποσο καιρό διαλόγους μας το σύνολο της συγκεκριμένης συλλογής να την σηματοδοτούμε με ένα διαφορετικό τίτλο, που φυσικά και δεν θα τον αποκαλύψω σήμερα, αφού ο δημιουργός αποφάσισε αλλιώς.

ΥΔΑΤΙΝΑ ΟΡΙΑΤο κείμενο αυτό, οφείλω να σημειώσω ότι, γράφεται χωρίς να έχω να δει το σύνολο των έργων του (οι γραμμές αυτές γράφονται το μεσημέρι της Δευτέρας 20 Απριλίου 2015), ούτε με τον κατάλληλο φωτισμό στο συγκεκριμένο χώρο που εκτίθενται σήμερα, όμως αρκετά απ’ αυτά τα είδα κρεμασμένα στο πατάρι του Θανάση και διατηρώ μια πιο βιωματική σχέση με κάποια αυτά, αφού κατά τις συζητήσεις μας αρκετές φορές το βλέμμα μου βυθιζόταν μέσα στους δικούς τους ορίζοντες. Όταν διατηρείς όμως με τον δημιουργό μια τόσο έντονη και βιωματική σχέση δεν μπορείς με ευκολία να αποχωριστείς την ιδιότητα του φίλου και να ντυθείς την ιδιότητα του αμερόληπτου και αντικειμενικού παρατηρητή που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η αισθητική του δημιουργήματος. Θες δεν θες έρχεσαι αντιμέτωπος με τις προσωπικές στιγμές που έχεις μοιραστεί και με τον δημιουργό και με το δημιούργημα και εκεί αυτό που πραγματικά βρίσκει το χώρο του να αναπνεύσει είναι περισσότερο το ζήτημα της διαχείρισης της προσωπικής σου στάσης, απέναντι και στα δύο, παρά το καλλιτεχνικό γεγονός αυτό καθ’ αυτό.

Υποστήριζα πάντα πως η κάθε μορφή τέχνης, κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, απαιτεί πάντα και οι δύο πόλοι που συμμετέχουν στο καλλιτεχνικό γεγονός (συγγραφέας-αναγνώστης | ζωγράφος | γλύπτης-θεατής | μουσικός-ακροατής) να διακρίνονται από την ιδιότητα που χαρακτηρίζει κάθε δημιουργό και που δεν είναι άλλη από την προσπάθεια να αναγνωρίσεις τη στιγμή που αντί να ορίσει τον χρόνο, τον καταργεί με οδηγό μια βέβηλη μανία ανασύστασης της ισορροπίας που τον θέλει διαρκώς αναθεωρούμενο. Αν αυτή η παραμυθία δεν μπορεί να μεγαλουργήσει και ταυτόχρονα να ταπεινωθεί μέσα στην ίδια ακριβώς χρονική συγκυρία που ορίζει το δημιούργημα ως φυσική παρουσία, τότε ανεξάρτητα από το αισθητικό αποτέλεσμα της φόρμας ο κόπος της τέχνης παραμένει εκκρεμής της βραχύβιας διαφάνειας του.

Δεν είμαι σίγουρος αν ο Θανάσης Βαλαώρας είναι καλός, πολύ καλός ή πάρα πολύ καλός ζωγράφος, γι’ αυτό όμως που είμαι σίγουρος, είναι ότι ο Θανάσης είναι ο καλύτερος ιχνηλάτης της σιωπηλής μνήμης των πραγμάτων, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου έχει καταφέρει να αποφλοιώσει τα πράγματα από την επώδυνη βαρύτητα του περιττού και να μας περιγράψει την ουσία του ίχνους που διαφύλαξε κλεισμένο μέσα στην διάβρωσή του ο άπειρα πεπερασμένος χρόνος.