Τζωρτζίνα Πούλος: Η πιο ισχυρή γυναίκα της Αυστραλίας είναι από την Δυτική Ελλάδα

Η Τζωρτζίνα Πούλος είναι μια από τις πιο σημαντικές γυναίκες στην Αυστραλία. 

Ως Global Director People T2, Global Retail Orepations Unilever και Πρόεδρος του Ελληνοαυστραλού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (ΗΑCCI), έχει κάνει ήδη μια αξιοζήλευτη σταδιοδρομία. 

Η Τζωρτζίνα, 49 ετών σήμερα, έχει απαιτητικό πρόγραμμα, εργάζεται σκληρά και είναι περήφανη για την ελληνική καταγωγή της και μοιράζεται την ενδιαφέρουσα ιστορία της στο περιοδικό «Κ» της εφημερίδας «Καθημερινή» και την Τασούλα Επτακοίλη.

Ο ένας παππούς της ήταν αυτός που έφτασε πρώτος στην Αυστραλία από την Κύπρο. Λίγα χρόνια μετά και αφού εξασφάλισε τις κατάλληλες συνθήκες, ακολούθησαν η σύζυγός του και τα τρία του παιδιά, ανάμεσα στα οποία και η 9 ετών τότε, μητέρα της Τζωρτζίνας.

Στην Αυστραλία θα έφτανε και ο πατέρας της Τζωρτζίνας, η διαδρομή του οποίου ήταν διαφορετική. Έφτασε 16 ετών, ολομόναχος, από την Ελλάδα, από ένα μικρό χωριό κοντά στην Ακράτα Αχαΐας.

Οι δύο νέοι θα γνωρίζονταν, θα παντρεύονταν και πρόσφατα θα γιόρταζαν τα 50 χρόνια του έγγαμου βίου τους. Η Τζωρτζίνα Πούλος, είναι η πρωτότοκη κόρη τους.

«Κανονικά θα έπρεπε να με έχουν βαφτίσει Αλεξάνδρα μιας και Αλέξανδρο έλεγαν τον πατέρα του μπαμπά μου. Αλλά οι συγγενείς επέμεναν και έπεισαν τους γονείς μου ότι δεν έπρεπε να χαραμιστεί το όνομα σε ένα κορίτσι», λέει γελώντας.

Μεγάλωσε με πολύ ισχυρές επιρροές τόσο από την Ελλάδα όσο και από την Κύπρο, «ακούγοντας οικογενειακές ιστορίες, μαθαίνοντας τον πολιτισμό και τις παραδόσεις μας. Οι γονείς μου ποτέ δεν με πίεσαν για να σπουδάσω ή να παντρευτώ. Το μόνο που από πολύ μικρή ηλικία προσπάθησαν να μου εμφυσήσουν ήταν η αγάπη για τον συνάνθρωπο. Και οι ίδιοι άλλωστε έχουν σημαντικό φιλανθρωπικό έργο».

Όπως λέει, διδάχθηκε τη γενναιοδωρία και την ενσυναίσθηση από τα γενοφάσκια της. «Έμαθα» ότι πάντα υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που δεν είναι τόσο τυχεροί όσο εμείς και οφείλουμε να τους βοηθάμε. Έμαθα τι σημαίνει αλληλεγγύη, φιλότιμο και ήθος, ότι πρέπει να ανοίγω την πόρτα μου με χαμόγελο σε όποιον τη χτυπά, να μοιράζομαι ότι έχω και όχι μόνο ό,τι έχω στο πιάτο μου, στο πορτοφόλι ή στη ντουλάπα μου, γιατί έτσι θα κάνω τη διαφορά, θα γίνω καλύτερος άνθρωπος και θα συνεισφέρω στην κοινωνία».

Η επίσκεψη στο χωριό του πατέρα της

Πρώτη φορά ταξίδεψε στην Ελλάδα στα 18 χρόνια της και επισκέφθηκε το χωριό του πατέρα της, κοντά στην Ακράτα.

«Η οικογένειά μου είχε άγχος. Μα δεν μιλάς ελληνικά, πώς θα πας; μου έλεγαν. Με το που θα πατήσω το πόδι μου εκεί θα μιλήσω!, τους διαβεβαίωνα. Και έτσι έγινε. Την ερωτεύτηκα αμέσως την Ελλάδα. Έκλαιγα όταν ήρθε η μέρα να φύγω».

Για τη νέα γενιά μεταναστών από την Ελλάδα, η Τζωρτζίνα Πούλος ξεκαθαρίζει ότι «δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα ο δρόμος τους. Τη δεκαετία του 60 όταν έφταναν εδώ τα μεγάλα κύματα μεταναστών, η Αυστραλία θεωρούνταν η χώρα των ευκαιριών. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι ακόμα και αν δεν διέθεταν πολλά προσόντα, θα τα κατάφερναν.

Σήμερα, χάρη στη σχετική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, υπάρχει μεν η βίζα για όσους θέλουν να εργαστούν, αλλά είναι δύσκολο. Υπάρχουν ακόμα οι προκαταλήψεις: αν δεν μιλάς καλά τη γλώσσα, αν το όνομά σου είναι δυσπρόφερτο, θα βρεις εμπόδια. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για μορφωμένους και ικανούς ανθρώπους. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η μετάβαση δεν είναι ομαλή για όλους.

Επικεφαλής σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο

Η Τζωρτζίνα είναι η πρώτη γυναίκα που εκλέχθηκε επικεφαλής ενός ανδροκρατούμενου, εδώ και δεκαετίες, οργανισμού, του Ελληνοαυστραλιανού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Δεν ήταν καθόλου απλό.

«“Ποια είναι αυτή; Από πού ξεφύτρωσε;” έλεγαν κάποιοι στην ελληνοαυστραλιανή κοινότητα. Αλλά αυτό δεν με πτόησε. Είμαι πολύ ανθεκτική, θέλω να δίνω τις μάχες μου, με την ελπίδα ότι θα λειτουργήσω ως πρότυπο για τις νεότερες γυναίκες, που τώρα ξεκινούν την καριέρα τους: για να τους δείξω ότι μπορούν να τα έχουν όλα! Εγώ στον δικό μου κόσμο τα έχω όλα, και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό».

Η ώρα του τελευταίου επαγγελματικού τηλεφωνήματός της πλησιάζει και η επικοινωνία πρέπει να τερματιστεί με μια τελευταία ερώτηση. Τι σημαίνει για εκείνη η ελληνική της καταγωγή; «Ότι είμαι υπερήφανη για τις ρίζες μου, ότι δουλεύω σκληρά, ότι θέλω να περνάω καλά στον ελεύθερο χρόνο μου, ότι είμαι δεμένη με την οικογένειά μου και τους φίλους μου, ότι δεν παίρνω τα πράγματα πολύ στα σοβαρά, αλλά πάντα θυμάμαι τι έχει σημασία στη ζωή. Α, και ότι μαγειρεύω για τα τραπέζια μου τεράστιες ποσότητες φαγητού – τις οποίες αποκλείεται να καταναλώσουν οι καλεσμένοι μου. Τι πιο… ελληνικό;». 

dete.gr

EΔΕ για τον αυτοπυροβολισμό του 28χρονου στο Νοσοκομείο του Ρίου