Θρύλοι και παραδόσεις της Αιτωλοακαρνανίας

Η πρώτη εικόνα που συγκρατεί κάποιος, όταν επισκέπτεται την Αιτωλοακαρνανία, είναι η μόνιμη παρουσία του νερού, το οποίο επιβάλλεται παίρνοντας διάφορες μορφές στο τοπίο, καθώς επίσης και η έντονη βλάστηση, με τις επιβλητικές βελανιδιές και τα παιχνιδιάρικα πλατάνια. Πίσω από αυτά, πίσω από την πρώτη εντύπωση που σου αφήνει αυτός ο νομός, κρύβονται άλλα χαρακτηριστικά του πιο μυστηριώδη. Κάθε γωνιά του έχει τη δική της υπόκωφη χροιά λες και οι ιστορίες αναβλύζουν κι αυτές μαζί με το νερό από κάθε πόρο τούτης της γης. Αναβλύζουν και χαϊδεύουν τ’ αυτιά και τη φαντασία αυτού που θα τις αναζητήσει σαν να τον καλωσορίζουν σε μια διαφορετική πραγματικότητα που από χρόνια βρίσκεται καλά κρυμμένη στους περίπλοκους διαδρόμους της μνήμης. Οι πόρτες του νου ανοίγουν, οι διάδρομοι αυτοί φωτίζονται και η ιστορία μας ξεκινά από τους δρόμους της πόλης του Αγρινίου…

Το Αγρίνιο είναι μια πόλη που, με μια πρώτη ματιά, δείχνει να μη διαθέτει ιδιαίτερο παραμυθιακό παρασκήνιο. Όμως, αν κάποιος μπει στον κόπο να εξερευνήσει ορισμένα ιδιαίτερα σημεία της, θα διαπιστώσει το αντίθετο. Από τους μικρούς καταρράκτες στην περιοχή του Αγ. Κωνσταντίνου μέχρι το πέτρινο γεφύρι κοντά στο παλιό νοσοκομείο, το μεσαιωνικό μιναρέ στη Μεγάλη Χώρα και το πανέμορφο κεντρικό πάρκο με την αιωνόβια βελανιδιά, η πόλη φανερώνει μια άλλη κρυφή, πιο γοητευτική της όψη. Κάποτε, την περιοχή διέσχιζαν πολλά ρέματα τα οποία με τον καιρό περιορίσθηκαν για την πρόληψη της ελονοσίας αλλά και χάριν της οικιστικής επέκτασης. Το νερό λοιπόν σίγησε δυστυχώς αλλά οι ιστορίες που το συνοδεύουν ζουν ακόμη μαζί μας. Συγκεκριμένα, πριν από αρκετές δεκαετίες, τα λεγόμενα Λυκοράχια, μια περιοχή που εκτεινόταν από το κεντρικό πάρκο της πόλης μέχρι τα πυκνοφυτεμένα λοφάκια στο προάστιο του Αγ. Χριστοφόρου, διέσχιζε το ρέμα Μούρες. Οι κάτοικοι της περιοχής το ονόμασαν έτσι γιατί έλεγαν πως όποιος κοιτούσε προς το σημείο όπου το νερό κατέβαινε με φόρα από την πλαγιά, μπορούσε να δει ανθρώπινα πρόσωπα (μούρες). Οι διερχόμενοι βοσκοί ισχυρίζονταν ότι πολλές νύχτες του χρόνου μέσα από την κοίτη του ρέματος μπορούσε κάποιος ν’ ακούσει μουσική από νταούλια και πνευστά όργανα αλλά κανένας δεν μπόρεσε ποτέ ν’ ανακαλύψει τους αθέατους οργανοπαίκτες. Όταν λοιπόν οι μυστηριώδεις, γλεντζέδες κάτοικοι του ρέματος εκδήλωναν την παρουσία τους παίζοντας κάποια μελωδία, οι περίοικοι έλεγαν: «Γάμους έχουν πάλι οι Ρεματιανοί».

Η νύχτα είναι φίλη της φαντασίας και τροφή του φόβου, κι παλιοί Αγρινιώτες το ήξεραν καλά αυτό και φρόντιζαν να προστατεύονται όταν διέσχιζαν τα τρίστρατα της πόλης τις φεγγαρόλουστες νύχτες. Πίστευαν πως τη νύχτα, στα τρίστρατα, είχαν στρωμένη την τάβλα τους οι «διαβόλοι» κα πως όποιος την πατούσε έχανε τον νου του. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα λένε, για όποιον χάσει τα λογικά του, ότι «ξυλοπάρθηκε γιατί έντεσε (έπεσε) στην τάβλα του διαβόλου».

Πάνω σε ένα τρίστρατο ήταν, λένε, χτισμένο και το σπίτι της Κομπονικολούς, μιας πολύ γνωστής μάγισσας του Αγρινίου, που πήρε το όνομα της από τους κόμπους που χρησιμοποιούσε για να λύνει και να δένει τα ξόρκια της. Μια βροχερή νύχτα, λοιπόν, είχε προσκαλέσει στο σπίτι της έναν συγγενή της, τον Χρήστο Καλογερή, που είχε πάρει μέρος στις μάχες εναντίον του Αλή Πασά. Έξω άστραφτε και η βροχή μαστίγωνε τα τζάμια των παραθύρων. Κάποια στιγμή, η Κομπονικολού έφυγε και τον άφησε για περίπου μισή ώρα μόνο του. Ξαφνικά του φάνηκε πως άρχισε να βλέπει μπροστά του ολοζώντανες τις μορφές κάποιων γυναικών που είχαν σκοτωθεί. Μόνο που δεν είχαν ανθρώπινη εμφάνιση: άλλες ήταν μισές γυναίκες και μισές ακρίδες, άλλες μισές γυναίκες και μισές άλογα. Περπατούσαν μέχρι τον τοίχο κι εκεί χάνονταν. Έπειτα είδε μια ψηλή και πανέμορφη γυναίκα που φορούσε μια πολύ μακριά γούνα.

Ο Καλογερής φοβήθηκε πολύ, μα όταν διηγήθηκε στη συγγενή του όλα όσα του είχαν συμβεί εκείνη του αποκρίθηκε: «Μην φοβάσαι, όσο είναι μαζί τους η κυρά Καλώ, η αρχόντισσα των νεράιδων, δεν θα πάθεις τίποτα». Μια άλλη ιστορία από το Αγρίνιο, που αφορά τη δράση των νεράιδων, μας λέει για έναν άντρα ονόματι Χρήστο, τον οποίο οι νεράιδες παρέσυραν μέσα σε ανεμοστρόβιλο, μεταφέροντας τον μέσα σε κάποιο σπήλαιο, όπου τον κρατούσαν παρά τη θέληση του και τον τάιζαν κοπριά αλόγων (καβαλίνες). Εκεί είδε ότι υπήρχαν πολλές αυτοσχέδιες κούνιες παιδιών, τα οποία είχαν απαγάγει οι νεράιδες και τα φρόντιζαν δίνοντας τους αντί για γάλα, νερό που έτρεχε από τους σταλαχτίτες.

Ας απομακρυνθούμε όμως για λίγο από την πολύβουη κίνηση της πόλης για να περιπλανηθούμε σε κάποια πιο ερημικά μονοπάτια, ακολουθώντας τα ίχνη μιας ιστορίας που ακροβατεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στο θρύλο και την ιστορική πραγματικότητα. Κατευθυνόμαστε στην περιοχή που είναι γνωστή σαν «το καλύβι της Γριαλένης», όπου πριν από πολλά χρόνια έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους μια άλλη νεράιδα που απαρνήθηκε την αθάνατη φύση της. Η ιστορία αυτή ξεκινά λίγο καιρό μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ όταν μια μεγάλη παρέα χωριανών χόρευαν, τραγουδούσαν και χαίρονταν τη ζωή κάτω από το αιθέριο φως του φεγγαριού. Ανάμεσα τους και ο Γώγος Σελιμάς που σύμφωνα με ιστορικές πηγές συμμετείχε σε πολλούς αγώνες κατά την απελευθέρωση της περιοχής ως πρωτοπαλίκαρο του Γιώτη Νταγκλή και γι’ αυτή του τη συμβολή έλαβε σαν ανταμοιβή, από το νεοσύστατο εκείνη την εποχή ελληνικό κράτος, κάποια κτήματα στην περιοχή που ήταν γνωστή με το όνομα Τραγάνα (σημερινός Βλοχός). Εκείνη τη νύχτα λοιπόν, αφού οι υπόλοιποι συγχωριανοί του κατηφόρισαν προς τα σπίτια τους και η χαρμόσυνη συντροφιά σκόρπισε, ο Γώγος έμεινε εκεί αγναντεύοντας το υπέροχο τοπίο.

Ξαφνικά, άκουσε μουσική και χαρούμενες φωνές μέσα στο λόγκο. Κατέβηκε προς το σημείο εκείνο με γρήγορο βήμα και είδε μερικές νεράιδες να παίζουν μουσική και να χορεύουν ξένοιαστα μέσα σ’ ένα αστροφώτιστο ξέφωτο. Έμεινε κρυμμένος πίσω από κάποια δέντρα και την κατάλληλη στιγμή όρμησε μπροστά και έκλεψε το μαντήλι μιας από αυτές. Η νεράιδα λένε πως τον ακολούθησε πειθήνια σαν να ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ο Γώγος την ονόμασε Ελένη αλλά οι συγχωριανοί του, που έπειτα από καιρό αντιλήφθηκαν τι ακριβώς είχε συμβεί, την αποκαλούσαν κρυφά Νεραϊδολένη. Κατά καιρούς, η νεράιδα έψαχνε για το μαντήλι της αλλά μάταια, καθώς ο σύζυγός της που είχε συμβουλευτεί μια γιάτρισσα της περιοχής, είχε φροντίσει να το κρύψει μέσα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Έτσι έζησαν μαζί πολλά χρόνια και μετά τον θάνατο του άντρα της η Ελένη έφυγε από το χωριό κι εγκαταστάθηκε σε μια εγκαταλελειμμένη καλύβα κοντά στην πηγή της Σκαλάδας.

Τα βράδια έβγαινε από το σπίτι της και περιπλανιόταν στις ερημιές, μιλούσε με τα άγρια ζώα και άκουγε το τραγούδι της κουκουβάγιας. Όταν ακουγόταν για τρίτη φορά το λάλημα του κόκορα εκείνη επέστρεφε στο καλύβι της και δεν ξαναέβγαινε όλη την ημέρα. Σιγά, σιγά οι εμφανίσεις της γίνονταν όλο και πιο σπάνιες μέχρι που οι χωριανοί συμπέραναν ότι χάθηκε πια και στοίχειωσε εκείνο τον όμορφο τόπο. Ακόμη και σήμερα πολλοί είναι αυτοί που όταν περνούν από την πηγή της Σκαλάδας, γονατίζουν και κοιτούν μέσα στην κουφάλα του υπεραιωνόβιου πλατάνου που βρίσκεται εκεί δίπλα, ελπίζοντας ίσως να δουν έστω την άκρη του πέπλου ή ν’ ακούσουν την ανάσα της Γριαλένης, όπως αποκαλείται πια.Αφήνοντας τα λημέρια της νεραϊδογυναίκας, θ’ ακολουθήσουμε τον δρόμο που μας οδηγεί στο χωριό Λεπενού, στα περίχωρα του οποίου πριν από 13 χρόνια εμφανίστηκε για πρώτη φορά ένα από τα πιο αινιγματικά πλάσματα της ελληνικής λαογραφίας.

Σύμφωνα με περιγραφές των κατοίκων, ο δαίμονας της Λαγκάδας, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται, είναι ένα πλάσμα κοντό σε ύψος, με μακριά μαλλιά και γένια, και δυο αλογίσια πόδια. Οι εμφανίσεις του φαίνεται πως ξεκίνησαν το 2003 και έκτοτε συνεχίζονται με χαρακτηριστική συχνότητα και πάντοτε σε εορταστικές περιόδους. Μέχρι στιγμής, δεν έχει διαπιστωθεί η ακριβής ταυτότητα του πλάσματος και οι ιστορίες που συνοδεύουν κάθε εμφάνιση του περιλαμβάνουν ένα μεγάλο εύρος θεωριών που κυμαίνονται από τις επιστημονικά ορμώμενες απόψεις των σκεπτικιστών που υποστηρίζουν ότι πρόκειται απλά για κάποιο μεγαλόσωμο και ίσως δύσμορφο ζώο έως τους θρύλους που συνδέουν την εμφάνιση του με τον θάνατο ενός ιερομόναχου που ζούσε κάποτε στην περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, οι δυο οντότητες συγχέονται στη φαντασία των κατοίκων και δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το πλάσμα δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον ιερομόναχο που επέστρεψε στα παλιά του…λημέρια με άλλη μορφή, για να στοιχειώσει τους περίοικους. Ας το αφήσουμε όμως προς το παρόν να περιπλανιέται ήσυχο μέσα στις σκιώδεις εκδοχές του κάθε ανθρώπινου νου, γιατί τώρα θα πρέπει να μεταφερθούμε σε κάποιο άλλο σημείο του νομού.

Ένας άλλος θρύλος που «στοιχειώνει» εδώ και δεκαετίες τη σκέψη και τη φαντασία των ανθρώπων στο ορεινό Θέρμο, είναι αυτός που συνδέεται με το μυστηριώδες πέτρινο γεφύρι στη Διποταμιά Γιδομανδρίτη, κοντά στο χωριό Αμπέλια Κοκκινόβρυσης. Πρόκειται για μια ιστορία που επαναφέρει με ανατριχιαστικό τρόπο στη μνήμη μας την αμφιλεγόμενη παράδοση της «θυσίας» κάποιου ζωντανού πλάσματος στα θεμέλια οποιουδήποτε νέου κτίσματος. Σίγουρα, όλοι γνωρίζουμε το περίφημο δίστιχο από το ομώνυμο παραδοσιακό τραγούδι που αναφέρεται στο γεφύρι της Άρτας και τη ρητή προειδοποίηση που προηγήθηκε της –φαινομενικά απαραίτητης για το κοινό καλό– θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα. Στην περίπτωση όμως του γεφυριού της Διποταμιάς, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά.

Οι εργασίες για την επερχόμενη κατασκευή του γεφυριού υποβοηθήθηκαν από τη συμβολή των κατοίκων της περιοχής οι οποίοι επιστράτευσαν κάθε μέσο για να σιγουρευτούν ότι η κατασκευή της γέφυρας θα ξεκινούσε άμεσα. Πολλοί από αυτούς φιλοξένησαν οι ίδιοι στα σπίτια τους Ηπειρώτες μάστορες ενώ επιστρατεύτηκαν ακόμη και τα γαϊδουράκια του χωριού για τη μεταφορά των απαραίτητων ποσοτήτων πέτρας. Έπειτα από λίγο καιρό, αποφασίστηκε να ξεκινήσουν οι εργασίες για τη θεμελίωση του γεφυριού αλλά στο μυαλό όλων στριφογύριζε επίμονα η ίδια σκέψη, το ίδιο σκοτεινό ερώτημα: Ποιος θα ήταν εκείνος που θα θυσιαζόταν προκειμένου να στεριωθεί το καινούργιο κατασκεύασμα; Έπειτα από κάποιες μυστικές συνεννοήσεις, οι κάτοικοι της περιοχής και τα μέλη του συνεργείου, κατέληξαν σε μια κοινή συμφωνία που θεωρητικά θα εξυπηρετούσε τέλεια τον συλλογικό σκοπό. Συμφώνησαν, λοιπόν, το άτομο που θα θυσιαζόταν στον βωμό του κοινού καλού να μην είναι κάποιος από την περιοχή αλλά κάποιος άγνωστος περαστικός.

Έτσι λοιπόν, αφενός το χωριό δεν θα θρηνούσε κάποια απώλεια και αφετέρου το γεφύρι θα γινόταν ακόμη πιο στέρεο καθώς θα ικανοποιούταν κι εκείνο το αρχέγονο στοιχείο που διατηρούσε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργία και το χάος. Δυστυχώς, όλα εξελίχθηκαν τελείως διαφορετικά απ’ ότι είχαν υπολογίσει. Πράγματι, την ημέρα έναρξης των εργασιών κι ενώ οι εργάτες δούλευαν σιγοτραγουδώντας ένα θλιβερό τραγούδι αφιερωμένο στον επερχόμενο «αναγκαίο» θάνατο, παρουσιάστηκε ένας άντρας, ο Φώτης Κωστακόπουλος.

Κανένας από το συνεργείο των μαστόρων δεν τον είχε ξαναδεί στην περιοχή κι έτσι υπέθεσαν ότι επρόκειτο για κάποιον άγνωστο. Μόλις λοιπόν ο άτυχος άνθρωπος πέρασε από δίπλα τους εκείνοι πήραν κρυφά λίγο χώμα από τ΄ αποτυπώματα των παπουτσιών του κι αφού πρόφεραν κάποιο ξόρκι που παραδοσιακά χρησιμοποιούταν γι’ αυτό τον σκοπό, σκόρπισαν το χώμα στα θεμέλια. Δυστυχώς κανένας δεν βρισκόταν εκεί την κατάλληλη στιγμή για να τους προειδοποιήσει ότι ο συγκεκριμένος περαστικός ο οποίος πέθανε μέσα σε λίγες μέρες, ήταν και ο ίδιος κάτοικος του χωριού.

Η κακοτυχία όμως δεν τελείωσε εκεί, καθώς τον θάνατο του διαδέχτηκαν μια σειρά από δυσάρεστα περιστατικά και πρόωρους θανάτους που σημάδεψαν την οικογένεια του. Αυτή η τρομερή ιστορία απασχόλησε για αρκετό καιρό τους κατοίκους του χωριού, μέχρι που ο χρόνος την μετέτρεψε σε υλικό του θρύλου. Το γεφύρι όμως στέκει ακόμη αγέρωχο, αψηφώντας την αδύναμη ανθρώπινη μνήμη κι υπενθυμίζοντας με την παρουσία του την αναπόφευκτη σύγκρουση του ανθρώπινου νου με τις προαιώνιες καταβολές του άγνωστου.Τελειώνοντας την περιπλάνηση μας στους θρύλους της γης του Αχελώου, θα ταξιδέψουμε μέχρι την περιοχή του Άγιου Βλασσίου Παρακαμπυλίων. Είναι ένα μέρος μεγάλης φυσικής ομορφιάς, στη μνήμη των κατοίκων του οποίου φιλοξενούνται κάποιες από τiς πιο γοητευτικές ιστορίες του ελλαδικού χώρου. Μια από αυτές έχει σαν σκηνικό της το χωριό Κελάκια, όπου μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, κάποιες νύχτες του χρόνου, οι κάτοικοι μπορούσαν να δουν στον δρόμο που διασχίζει την απέναντι πλαγιά και κατευθύνεται προς το χωριό, μια μυστηριώδη συντροφιά ανθρώπων που έμοιαζε με νυφική πομπή.

Συγκεκριμένα, στην κεφαλή της συντροφιάς, ιππεύοντας δυο ανθοστόλιστα άλογα, προπορεύονταν οι μελλόνυμφοι τους οποίους ακολουθούσε ένα πλήθος ανθρώπων. Ανάμεσα σε αυτούς, υπήρχαν και αρκετοί οργανοπαίκτες που, όπως το απαιτούσε η παράδοση, συνόδευαν μελωδικά το επερχόμενο, ευτυχές γεγονός. Αρκετοί μάλιστα από τους κατοίκους του χωριού υποστήριζαν ότι μπορούσαν ν’ ακούσουν τη μουσική και τις φωνές που προέρχονταν από το αινιγματικό εύθυμο πλήθος. Η πομπή, λοιπόν, προχωρούσε κανονικά αλλά μόλις έφτανε στο σημείο όπου ο δρόμος έστριβε για να συνεχίσει προς τα Κελάκια, εξαφανιζόταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ!

Από τον συνοικισμό Κράψη, μας έρχεται μια εξίσου παράξενη ιστορία. Μια μέρα ένας άνθρωπος ξεκίνησε ξημερώματα για να πάει σε ένα πανηγύρι που γινόταν σε κάποιο γειτονικό χωριό. Ήταν ακόμη σκοτεινά όταν έφτασε κοντά σ’ έναν απότομο γκρεμό στην τοποθεσία Στεφάνι κι εκεί, στην απέναντι πλευρά του περάσματος, είδε μια γυναίκα που κουβαλούσε στην πλάτη της ένα έλατο. Ο άνθρωπος τη ρώτησε ποια είναι και της ζήτησε να κάνει στην άκρη για να περάσει. Εκείνη αρνήθηκε και του είπε πως αν τον προλάβαινε στο μονοπάτι αλίμονο του, γιατί θα τον χτυπούσε και θα τον έριχνε κάτω στον γκρεμό! Ο άνθρωπος δεν δείλιασε. Θέλησε, μάλιστα, ν’ ανάψει ένα σπίρτο για να δει πιο καθαρά το πρόσωπο της και να διαπιστώσει ποια είναι. Η γυναίκα τον προειδοποίησε και πάλι ότι θα τον έβρισκε μεγάλο κακό αν το έκανε. Εκείνος δεν της έδωσε σημασία και μόλις έβγαλε από την τσέπη του τα σπίρτα, άκουσε έναν δυνατό κρότο κι η γυναίκα εξαφανίστηκε από μπροστά του! Κανένας δεν την ξαναείδε, ούτε ξανάκουσε γι’ αυτήν… Ίσως να πήγε στα μέρη όπου βρίσκει τα μαγικά της βότανα η Κομπονικολού, εκεί όπου κάποτε έζησε σαν άνθρωπος η νεραϊδένια Γριαλένη ή εκεί όπου μια μυστηριώδης νυφική συντροφιά γλεντά μαζί με τους Ρεματιανούς… Ποιος ξέρει;

Βιβλιογραφία

Κωστακόπουλος, Νίκος Σ. “Το πέτρινο γεφύρι στη Διποταμιά Γιδομανδρίτη.” dimos-thermou.gr, Οκτώβριος 2017

Πολίτης, Ν. Παραδόσεις. Τόμος Β’, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα.

Δημητρακάκης, Τ. και Τσολοδήμος, Ν. Το βιβλίο της Δερβέκιστας. Νέα Σκέψη.

Μπερικός, Φώτης. Αιτωλία & Ακαρνανία: Εν Αρχή Ην ο Μύθος. Συνείδηση.

Ρίζα Αγρινιωτών, Μάρτιος 1999

Ανεξήγητο, Μάρτιος 2006

Προφορικές μαρτυρίες

Ευχαριστώ πολύ την κυρία Παναγιώτα Τάσση για την διήγηση των ιστοριών από την περιοχή του Αγίου Βλασσίου Παρακαμπυλίων.

willowisps.gr

«Ενίσχυση των Πράσινων επιχειρήσεων & ανακύκλωσης στην Δυτική Ελλάδα»