MusiqueRevue: Lana Del Rey – “Honeymoon”

Είδος: indie pop, baroque pop
Highlights: High By The Beach, Art Deco, Religion, The Blackest Day

«Χρήματα! Ναρκωτικά! Και παντοτινή ομορφιά! Αυτά είναι τα υλικά που επιλέγησαν για να δημιουργηθεί μια τέλεια ερμηνεύτρια. Αλλά ο Elvis και η Marilyn κατά λάθος πρόσθεσαν ένα ακόμη υλικό στο παρασκεύασμα – την απαισιοδοξία! Κάπως έτσι, γεννήθηκε η Lana Del Rey. Χρησιμοποιώντας τις καλλιτεχνικές της ιδιότητες – μελαγχολικοί στίχοι, ατμοσφαιρική μουσική και τη σημαία της Αμερικής – έχει αφιερώσει τη ζωή της στο να μπλέκει με gangsta boys, να γράφει όμορφη μουσική και να είναι αμφιλεγόμενη!».

Η παραπάνω παράγραφος δεν έχει καμία απολύτως συνοχή για κάποιον που δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ Powerpuff Girls.Καταφέρνει, όμως, να απαριθμήσει τα βασικά συστατικά της περσόνας που η Lizzy Grant εντέχνως έχει δημιουργήσει, όταν απέτυχε να κάνει καριέρα στη μουσική με το πραγματικό της όνομα.

Έπειτα από το ντεμπούτο της Born To Die (μαζί με το Born To Die: Paradise Edition), και το λιγότερο εντυπωσιακό Ultraviolence, προέκυψε το Honeymoon, με τη Del Rey περισσότερο κατασταλαγμένη πλέον στο καλλιτεχνικό της όραμα. Το πηδάλιο της παραγωγής ανέλαβε ξανά ο Rick Nowels, ο οποίος είναι αποδεδειγμένα πιο ασφαλής και ταιριαστή επιλογή, σε σύγκριση με τον Dan Auerbach των The Black Keys που ανέλαβε την παραγωγή του Ultraviolence. Τα τραγούδια του Honeymoon έχουν επανέλθει στις γνώριμες ορχηστρικές μελωδίες και τα hip hop και trap hop beats, αν και σε πολλές περιπτώσεις είναι λιτά και μινιμαλιστικά.

Η δε ερμηνεία της Del Rey έχει βελτιωθεί τόσο τεχνικά, όσο κι εκφραστικά. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού μπορείτε να ανατρέξετε στα «God Knows I Tried», «Religion» και «The Blackest Day», ενώ η διασκευή του «Don’t Let Me Be Misunderstood» της θρυλικής Nina Simone δεν απογοητεύει, ακόμη κι αν έχει προσαρμοστεί διακριτικά στο ύφος του δίσκου.

Οι πνευματικές καταβολές της Lana είναι οι αμερικανικές φιγούρες της δεκαετίας του ’50 και του ’60, όπως ο Elvis Presley, η Marilyn Monroe και η Nancy Sinatra, ενώ κατά καιρούς η ποίηση του Walt Whitman (βλ. «Body Electric») έχει επηρεάσει το έργο της. Η ίδια μάλιστα αναφέρει στο 10λεπτο μουσικό βίντεο για το «Ride» πόσο σημαντική είναι η ποίηση στη ζωή της: «I once had dreams of becoming a beautiful poet, but upon an unfortunate series of events saw those dreams dashed and divided like a million stars in the night sky that I wished on over and over again, sparkling and broken». Δεν προκαλεί έκπληξη, επομένως, το γεγονός ότι στο ιντερλούδιο «Burnt Norton» απαγγέλει κάποιες στροφές από το ομώνυμο ποίημα του T.S. Eliot.


Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά (ή έστω μία από τις αρκετές) της Lana Del Rey από τις υπόλοιπες σύγχρονές της ποπ τραγουδίστριες: δίσκο παρά δίσκο γίνεται όλο και πιο αντιεμπορική και αντι-ποπ, χωρίς συνάμα να χάνει την καλλιτεχνική της αξία. Είναι κατανοητό ότι για να προσεγγίσει ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και για να σπάσει την τυχόν μονοτονία ενός δίσκου, πρέπει να επικεντρωθεί στη δημιουργία ορισμένων τραγουδιών που θα λειτουργήσουν ως singles και θα τραβήξουν την προσοχή των mainstream ραδιοφώνων (βλ. «High By The Beach»). Όμως, ούτε το «Terrence Loves You», ούτε το «Honeymoon», ούτε το «Freak» θα μπορούσαν να το πραγματοποιήσουν αυτό. Ο χρόνος μόνο θα δείξει αν οι κατευθύνσεις που επιλέγει να ακολουθήσει είναι οι σωστές.

Στο σύνολό του, το Honeymoon είναι ένας καλός δίσκος. Απαρτίζεται από τραγούδια που θυμίζουν το Born To Die («High By The Beach», «Art Deco», «The Blackest Day»), μαζί με μια επιπρόσθετη πινελιά από μπαλάντες πιάνου, που φανερώνουν τη ρομαντική πλευρά της Del Rey. Σίγουρα αξίζει τον κόπο.

Εύα Ξευγένη

*Ευχαριστώ θερμά τη Στεφανία Κοκκόση για την βοήθειά της στην ολοκλήρωση αυτού του κειμένου
*Από αυτή την παρουσίαση κι έπειτα, η στήλη Musique Revue θα ανανεώνεται κάθε μήνα
*Μπορείτε να αναγνώσετε παλαιότερες παρουσιάσεις στο sinidisi.gr/politismos/musiquerevue