Jamie xx – “In Colour”

Είδος: Electronic, House | Highlights: Stranger In A Room, Loud Places, Obvs

«I go to loud places to search for someone / To be quiet with, who will take me home»

Ο Jamie Smith δεν είναι πια πρωτοεμφανιζόμενος στα μουσικά δρώμενα. Ήδη από το 2005, σε ηλικία 17 χρονών περίπου, έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα με την indie pop μπάντα ονόματι The xx, όπου ο ίδιος επιμελείται τα beats, την παραγωγή και τη μίξη των τραγουδιών. Το 2011 συνεργάστηκε με τον αμερικανό Gil Scott-Heron για τη δημιουργία του «We’re New Here», ενός remix album του αρχικού «I’m New Here» που ο Herons είχε κυκλοφορήσει το 2010, το οποίο απαρτίζεται από ηλεκτρονικά, dubstep και UK garage ήχους.

Εν έτει 2015 και σε ηλικία 26 ετών, ο Jamie Smith ή -κατά καλλιτεχνικόν κόσμον- Jamie xx, κυκλοφορεί την πρώτη του solo δουλειά, το «In Colour», όντας ο κύριος παραγωγός του album, με τον μουσικό Four Tet των Fridge να έχει αναλάβει την συμπαραγωγή του κομματιού «SeeSaw». Ο Smith έχει εργαστεί πάνω σε αυτό τον δίσκο για περίπου έξι χρόνια.

Το εναρκτήριο «Gosh» μας δίνει μια γεύση του τι θα επακολουθήσει. Βήμα βήμα, κομμάτι κομμάτι, το τραγούδι χτίζεται αργά αλλά σταθερά, και μετατρέπεται σε κάτι αναπάντεχα όμορφο. Ακολουθεί το ονειρικό «Sleep Sound», για τη δημιουργία του οποίο ο Smith έχει χρησιμοποιήσει ένα φωνητικό δείγμα από το «It’s a Blue World» των The Four Freshmen, δίνοντας μια καλοκαιρινή, υποθαλάσσια αίσθηση, η οποία φλερτάρει σε κάποια σημεία ακόμη και με τον πνιγμό.

Τα υπόλοιπα μέλη των xx δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν από τον δίσκο του Smith, με τη Romy Croft να παίρνει τη σκυτάλη στο «SeeSaw» και να τραγουδάει στίχους εξομολογητικούς, περjamie-xx-in-colourιστοιχισμένη από διαστημικές μελωδίες, ενώ η μελαγχολία συνεχίζεται και στο «Obvs», όπου τα μεταλικά κρουστά (steel drums) κλέβουν την παράσταση.

Εν συνεχία, το «Just Saying» αποτελεί έναν έξυπνο πρόλογο για το επικό «Stranger In A Room», καθώς ο Oliver Sim, που είναι τραγουδιστής και μπασίστας των xx, μας κρατάει συντροφιά σε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του album. Καθώς το «Hold Tight» ξεκινά, δεν μένει αμφιβολία ότι θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερο κομμάτι για να ακολουθήσει το «Stranger In A Room». Χαοτικό και λυτρωτικό, έντονο πλην συγκρατημένο, δένει αβίαστα με το αμέσως επόμενο «Loud Places» και με τα φωνητικά της Romy Croft. Εδώ, η ηρωίδα του τραγουδιού, έπειτα από κάποια επίπονη απώλεια ή χωρισμό, βρίσκει καταφύγιο στη νυχτερινή ζωή, ίσως για να αναπληρώσει με την δυνατή ένταση της μουσικής την ευδαιμονία που κάποτε ένιωθε και προσέφερε («Didn’t I take you to higher places you can’t reach without me?»).

Το κλίμα διαφέρει, και η διάθεση ανεβαίνει με το «I Know There’s Gonna Be (Good Times)», και τους Young Thug και Popcaan στα φωνητικά. Φημολογείται ότι οι δύο ερμηνευτές δεν γνώριζαν ο ένας τη συμμετοχή του άλλου στο τραγούδι, και ηχογράφησαν ο καθένας τα φωνητικά του έχοντας διάνοια βασικού τραγουδιστή. Αργότερα ο Smith επεξεργάστηκε αμφότερα τα φωνητικά, δένοντάς τα με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Το «The Rest Is Noise», αν και δεν είναι μέσα στις καλύτερες στιγμές του δίσκου, ξεχωρίζει με τις ανάλαφρες μελωδίες των πλήκτρων, και θα μπορούσε να είναι ένας όμορφος συνταξιδιώτης σε μιαν απογευματινή διαδρομή. Η πόρτα κλείνει με το ατμοσφαιρικό «Girl», όπου τα synth και το καθηλωτικό beat του, σε συνδυασμό με το χαλαρωτικό μπάσο του, κλείνουν με τρόπο ταιριαστό έναν από τους καλύτερους δίσκους ηλεκτρονικής μουσικής του 2015.

Εύα Ξευγένη