Σαν σήμερα αυτοκτόνησε η Μ. Πολυδούρη – Ο αδιέξοδος έρωτας με τον Καρυωτάκη

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
“μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

 

Ηταν 29η Απριλίου του 1930 όταν η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη άφηνε την τελευταία της πνοή στην κλινική Χριστομάνου με ενέσεις μορφίνης που της πέρασε ένας φίλος της. ΄Ηταν ιδιαίτερα καταβεβλημένη από τη φυματίωση αλλά και από μια άλλη μεγάλη «πληγή». Την αυτοκτονία του ποιητή, Κώστα Καρυωτάκη δυο χρόνια νωρίτερα σε νεαρή ηλικία. Ο Καρυωτάκης έβαλε τέλος στη ζωή του με ένα πιστόλι στην Πρέβεζα. Ο σφοδρός έρωτάς τους θα μείνει στην ιστορία ως ο έρωτας δύο ανθρώπων που δεν κατάφεραν ο ένας μέσα απ’ τον άλλο να βρουν την ευτυχία.

«Πως είναι δυνατόν μία και μόνη απόλαυση να ισοδυναμεί με χίλιες οδύνες;» διερωτάται ο Λεοπάρντι, παραφράζοντας το στίχο του Πετράρχη. Κάπως έτσι θα πρέπει να ίσχυε στην περίπτωση των δυο ποιητών που βρήκαν τραγικό θάνατο πολύ νέοι.

Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1921 στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι.  Ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο ερωτικό συναίσθημα. Ο έρωτάς τους μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.

Ο Καρυωτάκης ήταν ένας μελαγχολικός νέος, που δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τον εαυτό του και είχε πολλές ανασφάλειες. Ζούσε ήσυχα και παράλληλα με το επάγγελμά του, έγραφε ποιήματα.

Αντίθετα, η Πολυδούρη ήταν μια χειραφετημένη νεαρή, με φεμινιστικές ιδέες, που ζούσε μια προκλητική ζωή για την εποχή. Εφανίστηκε στα γράμματα σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας», το οποίο αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα δεκαέξι της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα.

Εκείνος είχε τότε εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές — τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921) — και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την Πολυδούρη και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Παρά την αφοσίωση του Γεωργίου, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή Κουναλλάκη και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση, «Το κουρελάκι», όπου είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε ραπτική αλλά δεν πρόλαβε να εργαστεί γιατί προσβλήθηκε από φυματίωση. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και συνέχισε τη νοσηλεία της στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου έμαθε για την αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, «Ηχώ στο χάος». Η Πολυδούρη άφησε δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.

Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή με ενέσεις μορφίνης που της πέρασε ένας φίλος της στην Κλινική Χριστομάνου.

Η ποίησή της είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της, Κώστα Καρυωτάκη, αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια

Τα Άπαντα της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά την δεκαετία του 1960 από τις Εκδόσεις Εστία, με επιμέλεια της Λιλής Ζωγράφου.

Πηγές: Βικιπαίδεια, Μηχανή του Χρόνου