Ένα… άλλο τα ξίδι – Κάρπαθος, 28 Αυγούστου 2015

Ήταν απομεσήμερο,

όταν ξεκίναγε ένα ταξίδι, που αρχικά πίστευα πως θα ήταν η ευκαιρία της γνωριμίας με έναν άγνωστο τόπο και τις παραδόσεις του και η δυνατότητα να βρεθώ σε ένα πανηγύρι, που φαινόταν να είναι πολύ διαφορετικό από τα μέχρι τώρα γνωστά. Σύντομα όμως το ταξίδι αυτό εξελίχθηκε σε ένα είδος εσωτερικής κατάδυσης, μια διαδικασία εξαγνισμού , με την αρχαιοελληνική έννοια, και μια ευκαιρία προσέγγισης της φύσης και των ανθρώπων του νησιού, που ίσως ήταν ό,τι δυνατότερο βίωσα τα τελευταία χρόνια.

Βέβαια στο πανηγύρι του Αη Συμιού, που γίνεται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου το Μεσολόγγι, μπορεί να  είχα δει πως κρατούν οι ντόπιοι τις παραδόσεις και το αυστηρό τυπικό μιας τοπικής γιορτής, αλλά αυτά που έζησα στην Κάρπαθο και στο πανηγύρι του Αη Γιαννιού στην Βρουκούντα, ήταν μια φυγή στο παρελθόν, μια συνάντηση με ανθρώπους που κρατούν το νήμα της πολιτιστικής συνέχειας τόσο σφιχτά, που σαν τους ορειβάτες δεν μπορούν να ξεφύγουν από την παράδοση και τις συνήθειές τους, παραμένοντας στο «μονοπάτι» με ασφάλεια και σταθερότητα, αιώνες τώρα.

Το «ταξίδι» άρχισε περνώντας μια στεφανωμένη από συκιές είσοδο, ανάμεσα σε δύο πέτρινους φράχτες που έμοιαζαν απομεινάρια της αρχαίας εποχής, από όπου ξεκίναγε το μονοπάτι που οδηγούσε στην αρχαία Βρουκούντα, μια πόλη κατοικημένη από τους μινωικούς – μυκηναϊκούς χρόνους, που όμως ήκμασε τον 4ο – 3ο π.Χ. αιώνα. Το μονοπάτι αυτό, που ήταν αλλού στρωμένο με ταιριασμένες πέτρινες πλάκες , καθαρά οριοθετημένο και αλλού ήταν το ίδιο το έδαφος στη φυσική του μορφή, χωρίς καμιά φροντίδα, αλλά διατηρημένο από τα βήματα χιλιάδων ανθρώπων και ζώων που το περπατούσαν ανά τους αιώνες, έδειχνε το δρόμο για μιάμιση ώρα περίπου, μέσα από ξερά νησιώτικα χωράφια στην αρχή και μέσα από κακοτράχαλα εδάφη με απότομες κλίσεις στη συνέχεια.

Όλες οι αισθήσεις σε υπερδιέγερση: τα μάτια δεν χορταίνουν το θέαμα των βράχων και του πελάγους, τα αυτιά απολαμβάνουν το σφύριγμα των ριπών του ανέμου και τα κρωξίματα των πουλιών που πετούν πάνω μας, η όσφρηση αποθηκεύει στη μνήμη καινούργιες μυρωδιές από άγνωστα αγριοβότανα. Η διαδρομή αυτής της πορείας, σοφά προετοίμαζε για αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει, ασκώντας σώμα και πνεύμα, κινητοποιώντας άγνωστους μηχανισμούς διαλογισμού, μέσα σε ένα πολύ «δυνατό» και ενεργειακά φορτισμένο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Συμπέρασμα που βγαίνει ακόμα και από το γεγονός, πως παρά το ότι ήμασταν πολλά άτομα στην αποστολή, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής η παρέα σιωπούσε, συνεπαρμένη από παράξενα συναισθήματα και απορροφημένη, όχι από την δυσκολία του εγχειρήματος, αλλά από ένα δυσπερίγραπτο συνδυασμό ομορφιάς,  αγριάδας και προσμονής.

ΚΑΡΠΑΘΟΣ 129

Το βλέμμα κάποια στιγμή

συνάντησε το πέλαγος που στραφτάλιζε μπροστά στο βορειότερο άκρο του νησιού. Εκεί φαινόταν μια ανάσα μακριά  το γειτονικό νησάκι Σαρία, που κάποτε ήταν ενωμένο με την Κάρπαθο. Τότε ακριβώς άρχισαν οι σκέψεις για το ποιος είναι ο προορισμός, τι ακόμα έχουν να  αντικρύσουν τα μάτια, ποιο άλλο μεγαλείο έχει να δείξει ο άγριος τούτος τόπος. Ξαφνικά μια στενή βράχινη γλώσσα ξηράς προβάλλει πάνω στο γαλάζιο φόντο και πάνω σε αυτή μια σειρά άσπρα σημάδια. Αργότερα αποδείχτηκε πως ήταν ό,τι στήθηκε πρόχειρα αλλά με φροντίδα, για την υποστήριξη του πανηγυριού και όχι ο ναός, γιατί αυτός δεν φαίνεται πουθενά. Φτάνοντας εκεί αποκαλύπτεται και το μυστικό: ο ναός του Αη Γιαννιού είναι μέσα σε μια σπηλιά και πάντα περιμένει τους πιστούς , εκεί που πάντα αυτοί κατέφευγαν για ασφάλεια, ακόμα και στους καιρούς που οι πειρατές λυμαίνονταν το Αιγαίο.

Πριν από οποιαδήποτε άλλη εργασία, χρειάστηκε να στρωθούν τα στρωσίδια και τα ρούχα που ο καθένας είχε φέρει μαζί του για να ξεκουράσει λίγο το σώμα, τη νύχτα, στην ύπαιθρο, κάτω από τον λαμπερό αυγουστιάτικο αιγαιοπελαγίτικο ουρανό, με εκείνο το έξοχο γαλάζιο που γίνεται ακόμα εντονότερο, εκεί που οπτικά ο ουρανός ακουμπάει στα βουνά και τα βράχια και εξελίσσεται σε ένα δραματικό μπλε-μωβ καθώς πλησιάζει το σκοτάδι.

Με το ηλιοβασίλεμα, ένας ιερέας του οποίου η φυσιογνωμία ταίριαζε απόλυτα με το χώρο, χτυπάει επίμονα την καμπάνα για τον Εσπερινό, τιμώντας-χαιρετίζοντας με αυτό τον τρόπο όλους όσους έρχονται κατάκοποι από το μονοπάτι κουβαλώντας στα χέρια, στις πλάτες ή κάποιες φορές με τη βοήθεια στολισμένων κατάλληλα γαϊδουριών, όλες τις αναγκαίες προμήθειες, αλλά και  όσους έρχονται με καΐκια κάνοντας μια σύντομη αλλά και κουραστική διαδρομή από το γειτονικό Διαφάνι.

Λίγο αργότερα και μέσα στο μισοσκόταδο, το γεμάτο φεγγάρι, η ολόφωτη πανσέληνος του Αυγούστου έκανε μέσα σε μια θαμπή άλω, λαμπερή εμφάνιση ντίβας της όπερας, πάνω από το απέναντι βουνό, βάφοντας ρόδινα τα βουνά και ασημένια την θάλασσα.

ΚΑΡΠΑΘΟΣ 140

Μαγεμένος από την

αναπάντεχη αυτή ομορφιά κατέβηκα μερικά απότομα και γλιστερά σκαλιά και μπήκα στη σπηλιά – ναό. Βρίσκομαι σε ένα χώρο υπερβολικά υγρό και ζεστό, ευωδιαστό, αλλά θαμπό και μισοσκότεινο, γεμάτο ανθρώπινη δύναμη, απαντοχή, ελπίδα. Ο ναός είναι ένα υποτυπώδες ιερό σχηματισμένο από δύο κολώνες, που μοιάζουν να είναι αρχαίες, τις απόλυτα αναγκαίες εικόνες στο τέμπλο κι αυτές σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησίας, καντήλια μπροστά τους που δεν είναι καν ίδια, διαφορετικούς πολυελαίους με κεριά, που και αυτά ακόμα είναι ανόμοια. Μπροστά στην Ωραία Πύλη πάνω σε μια χαμηλή κολώνα βρίσκονται πέντε άρτοι για την αρτοκλασία. Ο μεγαλύτερος σοφά τοποθετημένος κάτω-κάτω πρέπει να είναι περίπου δέκα κιλά και το σουσάμι που είχαν πάνω τους οι άρτοι μυρίζει στο χώρο, παλεύοντας με το λιβάνι για το ποια ευωδιά από τις δύο θα επικρατήσει στη σπηλιά. Ιερέας και ψάλτες δημιουργούν τις συνθήκες προσευχής και ευλάβειας, που φαινόταν καθαρά στα σώματα και τα βλέμματα των περίπου εξήντα πιστών που βρίσκονταν μέσα στο χώρο, αμίλητοι, σοβαροί και υπομονετικοί, πράγμα που αντανακλούσε περισσότερο στις γυναίκες, από μικρά κορίτσια μέχρι ηλικιωμένες, που ντυμένες όλες με την πολύχρωμη, πλουμιστή, παραδοσιακή φορεσιά της Ολύμπου, είχαν να σηκώσουν και το περίσσιο βάρος της κολαΐνας που φορούσαν, με τα δεκάδες χρυσά νομίσματα.

Κανένας εκεί μέσα δεν ήταν παρών με το ζόρι ή τυχαία, αλλά όλοι ένοιωθαν πως έπρεπε να βρίσκονται εκεί για να τιμήσουν και τον Άγιο  και την παράδοση. Τίποτα εκεί μέσα δεν υπήρχε γιατί ήταν ωραίο και για να κάνει εντύπωση. Όλα υπήρχαν γιατί έτσι έπρεπε να υπάρχουν, να βρίσκονται εκεί αφτιασίδωτα, χωρίς ψεύτικα γυαλίσματα και στολίδια. Τάματα και αφιερώσεις ντόπιων που ένοιωθαν πως κάτι χρωστούν στον Άγιο…

Μέσα σε τούτη την κατάνυξη τελείωσε ο Εσπερινός, οπότε και άρχισε έξω από τη σπηλιά η προσκύνηση της εικόνας του Αγίου, με αντίδωρο υπέροχον άρτο, λουκούμια, καρπούζι, λουκουμάδες με μέλι, ούζο και τσίπουρο.

ΚΑΡΠΑΘΟΣ 063

Από εκεί και μετά

μπορούσε να αρχίσει το διασκεδαστικό μέρος του πανηγυριού. Κατσικάκι κοκκινιστό, ρύζι και πεντανόστιμες τηγανητές πατάτες συνοδευμένα με κρασί ήταν ότι χρειαζόταν για το φαγητό, μαγειρεμένα σε τεράστια καζάνια λίγο παραπέρα σε προφυλαγμένους χώρους, για τον φόβο του ανέμου, που σε αυτά τα μέρη δεν αστειεύεται.

Οι γλεντιστάδες καθισμένοι

πάνω στο κεντρικό τραπέζι άρχισαν να παίζουν, αφού ο ιερέας έψαλλε στην αρχή και μετά τραγούδησε και σιγά – σιγά άρχισε ο χορός, ενώ οι πανηγυριστές τριγύρω συνέχιζαν να τρώνε και να πίνουν, σχεδόν αμίλητοι, χωρίς να γίνεται περιττή φασαρία. Άντρες μόνοι στην αρχή χόρεψαν το σιανό χορό, κάνοντας αργές , βαριές κινήσεις αμίλητοι και αγέλαστοι, δίνοντας κι άλλες ενδείξεις για την καταγωγή τους από τους μακρινούς προγόνους, τους Δωριείς. Πολύ αργότερα μπήκαν στο χορό και οι γυναίκες με τις στολές τους, κρατώντας τον άντρα συγγενή τους, σε διαδοχικές οικογενειακές ομάδες και με συγκεκριμένη απαραβίαστη σειρά, ανάλογα με το βαθμό συγγένειας με τον άντρα που προηγείται. Και πολύ-πολύ αργότερα γύρω στις 4.00 το πρωί, άρχισε ο υπέροχος πάνω χορός που όλοι περιμέναμε να δούμε. Τίποτα δεν γινότανε τυχαία, όλοι ήταν ήσυχοι, νηφάλιοι και γλεντούσαν με τάξη και αυστηρό τελετουργικό.

Μαντινάδες, χορός, η λύρα

και η μυστηριακή τσαμπούνα κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον, αλλά το σώμα δεν άντεξε. Χρειάζομαι λίγη ξεκούραση και τα βήματά μου με φέρνουν στην ζεστή αγκαλιά του υπνόσακου γύρω στις 5.00, όπου και μένω μέχρι τις 6.00, που το φως της μέρας επιστρέφει. Εγώ προσπαθώ να σταθώ όρθιος, αλλά οι μουσικοί και οι χορευτές ήταν ακόμα εκεί, αφού δεν σταμάτησαν ποτέ, παρά μόνο όταν πήγε 7.00 και πλέον ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει, δίνοντας το σύνθημα ότι έπρεπε να αρχίσει γρήγορα η αντίστροφη πορεία της επιστροφής.

Ήταν ένα ταξίδι μακριά από τα τουριστικά δεδομένα των νησιών, όπως θέλουν να τα βλέπουν μερικοί, μακριά από την πλαστικοποιημένη διασκέδαση, που οι πιο ταξιδεμένοι έχουν προσέξει ότι έχει ισοπεδώσει τους τοπικούς πολιτισμούς, με αποτέλεσμα ένας επισκέπτης να μην μπορεί να ταυτοποιήσει τον τόπο που βρίσκεται, αφού τίποτα χαρακτηριστικό δεν υφίσταται. Ήταν ένα ταξίδι σε ένα νησί , που ήταν επαρκώς απομονωμένο για να διατηρήσει τα τοπικά χαρακτηριστικά, τα οποία ο τουρισμός δεν μπόρεσε να αλλοιώσει και οι ντόπιοι δεν επέτρεψαν σε κανένα να αλλάξει τίποτα, από όλα όσα εδώ και αιώνες συνηθίζουν να κάνουν, στο ντύσιμο, το φαγητό, τα γλέντια, τις παραδόσεις, τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες, ακόμα και το πώς λειτουργούν τα σπίτια τους.

Εδώ πρέπει να επαινεθεί

το γεγονός ότι οι πολυάριθμοι Καρπαθίτες του εξωτερικού, σκορπισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν στο νησί τους, αφού πρόκοβαν και έκαναν περιουσίες , επιστρέφοντας στον τόπο τους, συνέχιζαν να ζουν σαν να μην έλειψαν ποτέ, κρατώντας τον ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό τους.

Ήταν μια αναπάντεχη διαδικασία μύησης, μια απροσδόκητη προσπάθεια προσέγγισης του Θείου αλλά και του Ανθρώπου , ήταν ένα ταξίδι στην καρδιά του Αιγαίου και της Ελλάδας.

Άρθρο του Παναγιώτη

Χατζηγεωργίου

Εκπαιδευτικού