Πόσο αναλογική είναι η αντιπροσώπευση που έχουμε;

Έχουν περάσει 9 μήνες από τον περσινό Σεπτέμβριο, όταν ο υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Μιχελάκης, είχε υποστηρίξει την ιδέα αλλαγής του τρόπου εκλογής των δημοτικών συμβούλων, οι οποίοι θα αποδεσμεύονταν από την ένταξή τους στο συνδυασμό κάποιου υποψήφιου δημάρχου και θα εκλέγονταν από ενιαία λίστα.

Τότε, εναντίον της πρότασης αυτής είχε ξεσηκωθεί τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το συμπολιτευόμενο με τη Νέα Δημοκρατία ΠΑΣΟΚ, όπως και σχεδόν όλοι οι δήμαρχοι της χώρας. Το βασικό επιχείρημα όλων ήταν ότι κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε τους δημάρχους και θα τους έθετε ουσιαστικά υπό τον έλεγχο των δημοτικών συμβούλων, ενώ από πλευράς της αντιπολίτευσης εκφράστηκε ο φόβος ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να νοθεύσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Εξετάζοντας όμως τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα και με αφορμή το χθεσινό δημοσίευμα της «Σ» για τον Αντώνη Γαλαζούλα, υποψήφιο Περιφερειακό Σύμβουλο με το συνδυασμό του Θύμιου Σώκου, ο οποίος δεν εκλέγεται παρ’ ότι έχει έρθει πρώτος σε σταυρούς ανάμεσα σε όλους τους υποψηφίους όλων των συνδυασμών και στους 3 νομούς της Περιφέρειας, νομίζουμε ότι το όλο ζήτημα αξίζει μια ψύχραιμη επανεξέταση.
Μπορεί η αφορμή για το παρών άρθρο να είναι η συγκεκριμένη περίπτωση του κ. Γαλαζούλα, ο οποίος μένει εκτός Περιφερειακού Συμβουλίου παρά τις σχεδόν 4.500 ψήφους που έλαβε, αλλά το θέμα είναι πολύ ευρύτερο καθώς κατ’ αντιστοιχία κάτι παρόμοιο ισχύει και με τους Δημοτικούς Συμβούλους αλλά και τους Βουλευτές. Τη στιγμή μάλιστα που ανοίγει η μεγάλη πολιτική συζήτηση για την κατάργηση του περίφημου «μπόνους» των 50 εδρών που λαμβάνει το κόμμα που έρχεται πρώτο στις βουλευτικές εκλογές, παρά τον προφανή λόγο που αυτό γίνεται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ίσως να είναι μια καλή ευκαιρία προκειμένου να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για το πώς θα μεταβούμε σ’ ένα αναλογικότερο αντιπροσωπευτικό σύστημα, και γιατί όχι ακόμη και στην εκπλήρωση του πάγιου αιτήματος της Αριστεράς για καθιέρωση της απλής αναλογικής.
Το δικαίωμα του κάθε πολίτη και φυσικά του κάθε υποψηφίου να συμμετέχει σε ένα πολιτικό κόμμα, θεωρείται ως των ων ουκ άνευ της αστικής δημοκρατίας. Υπάρχει μάλιστα το διόλου ευκαταφρόνητο επιχείρημα ότι αποτελεί ουσιαστικό τρόπο εξασφάλισης της ορθής λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού έστω και θεωρητικά παρέχει το δικαίωμα στον καθένα να συμμετέχει στον πολιτικό χώρο που τον εκφράζει. Αν παρ’ όλα αυτά επιθυμεί να αλλάξει αυτά με τα οποία δεν συμφωνεί, μπορεί να ακολουθήσει τις όποιες εσωκομματικές διαδικασίες για να το καταφέρει. Το πολιτικό κόμμα ως σύνολο, μπορεί με τη σειρά του να «προσαρμόζεται» στα δεδομένα της κοινωνίας και της πραγματικότητας, μεταβάλλοντας κατά περίπτωση τις θέσεις του, κάτι φυσικά το οποίο τίθεται υπό την κρίση των ψηφοφόρων στην κάλπη. Κατ’ αντιστοιχία, σε ένα μικροεπίπεδο το ίδιο ισχύει και για τους υποψηφίους οι οποίοι επιλέγουν να ενταχθούν σε έναν συνδυασμό που διεκδικεί την εκλογή του σε ένα δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο.
Σ’ αυτό το μοντέλο καθίσταται απόλυτος άρχοντας ο επικεφαλής, είτε πρόκειται για τον αρχηγό του πολιτικού κόμματος ή του συνδυασμού. Μικρές διακυμάνσεις από την πολιτική «γραμμή» αφομοιώνονται και χάνονται, ενώ σε περίπτωση που εκφραστούν ηχηρά, θεωρείται ότι προκαλούν σύγχυση και πλήττουν τον ίδιο τον πολιτικό σχηματισμό. Αυτό διακρίνεται εύκολα όταν λαμβάνει την πιο ακραία μορφή του, με την διαγραφή που συνήθως ακολουθεί τον όποιον διαφωνούντα εκφράσει διαφορετική άποψη και δεν ψηφίσει έτσι όπως επιβάλει η κομματική πειθαρχία του χώρου στον οποίο ανήκει.
Το αντι-προτεινόμενο μοντέλο, δηλαδή της εκλογής βουλευτών αλλά και δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων από λίστα, έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι αποτυπώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την λαϊκή βούληση. Βρισκόμενος μπροστά στην κάλπη, ο πολίτης ψηφίζει τον πολιτικό της αρεσκείας του, ενώ το σχήμα από το οποίο αυτός προέρχεται λαμβάνει δευτερεύουσα σημασία. Στη συνέχεια, οι εκλεγμένοι αποφασίζουν την ένταξή τους σε συγκεκριμένο συνδυασμό ή κόμμα, παρέχοντας ψήφο εμπιστοσύνης στο πρόσωπο το οποίο θα επιλέξουν να ακολουθήσουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ίδιοι αποκτούν ουσιαστική πολιτική δύναμη, ενώ και οι πολίτες αποφεύγουν… να πάρουν «σετ» έναν ολόκληρο συνδυασμό ή κόμμα, έχοντας επιλέξει τη στήριξη ενός συγκεκριμένου υποψηφίου της πολιτικής τους προτίμησης. Παράλληλα, κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ουσιαστική αποδυνάμωση του κόμματος, αφού αυτό θα έχανε τον πολιτικό του χαρακτήρα και θα μετατρέπονταν σε έναν απλό εκφραστή της λαϊκής βούλησης. Στην πιο ακραία μορφή, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μονοκομματικές δημοκρατίες ή ακόμη και στην πλήρη κατάργηση των κομμάτων.
Η κουβέντα που ανοίγει γύρω από αυτό το θέμα μπορεί να γίνει πολύ μεγάλη, με πολλά και σοβαρά επιχειρήματα εκατέρωθεν. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το αντιπροσωπευτικό μας σύστημα δεν μπορεί να επιδεχθεί βελτιώσεων. Αν μη τι άλλο, ο χρόνος και οι πολιτικοί που ανοίγουν τη συζήτηση για κατάργηση του «κυβερνητικού μπόνους», μας βάζει σε σκέψεις. Ίσως μάλιστα να πρέπει να παραδεχτούμε την κίνηση-ματ του ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζεται θετικός σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ζητώντας όμως ταυτόχρονα τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Ίσως πραγματικά να έφτασε η ώρα να δοκιμάσουμε το σύστημα της απλής αναλογικής, το οποίο θα επιτρέψει την αναλογικότερη έκφραση της λαϊκής βούλησης, ενώ μοιραία θα αναγκάσει τον πρώτο των επόμενων εκλογών να προχωρήσει αναγκαστικά σε διάλογο με όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα, αν θέλει να σχηματίσει κυβέρνηση. Κάτι τέτοιο, θα αποτελεί σαφώς κέρδος της Δημοκρατίας, αφού θα ενισχύσει τη διαβούλευση. Αφού η κατάσταση αυτή ωριμάσει, τότε ίσως να ανοίξει ο δρόμος και για εκλογή όλων των αιρετών αντιπροσώπων των πολιτών με επιλογή τους από ενιαία λίστα. Ένα βήμα τη φορά. Άλλωστε, όπως μας αρέσει να λέμε, η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα.
Κώστας Καρακώστας