Γιατί κατεβαίνω με Το Ποτάμι; Άρθρο της Νίκης Φούντα – Υποψήφιας Βουλευτού με Το Ποτάμι

Στην Ελλάδα των πολλών προβλημάτων, τα οποία λακωνικά επιλέγουμε να αποκαλούμε ως «παθογένειες», το να είσαι συνεπής με την συνείδησή σου, μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες και χωρίς να έχεις ως αυτοσκοπό το κυνήγι των κομμάτων εξουσίας, τείνει να χαρακτηρίζεται ως πρόβλημα και αυτό. Η απόφαση να συνεχίσω τον πολιτικό δρόμο μου σε συγγενείς ιδεολογικά χώρους, επιλέγοντας και πάλι «το καινούργιο» στα πολιτικά πράγματα, δεν ήταν ούτε εύκολος, ούτε αβασάνιστος. Ήταν όμως πολύ συνειδητοποιημένος. Η κάθε μου κίνηση ως τώρα έγινε με κεντροαριστερή στόχευση, μακριά από λαϊκισμούς και άναρθρες κραυγές, επενδύοντας σε έναν άλλο τρόπο σκέψης και πολιτικής συμπεριφοράς και κυρίως πιστεύοντας ότι μπορώ να προσφέρω. Αν σήμερα αισθανόμουν ότι δεν θα μπορούσα να «δώσω» δεν θα απευθυνόμουν εκ νέου στους πολίτες της Αιτωλοακαρνανίας.
Αλλά με αυτό το άρθρο δεν ζητώ ψήφο. Ζητώ λίγα λεπτά σκέψης. Επιδιώκω να δώσω ερείσματα πολιτικής μετατόπισης στους αναποφάσιστους ή πιο σωστά στους απογοητευμένους. Να πω στους πολίτες πως την δική τους απογοήτευση ίσως να την νοιώθουν και άνθρωποι στην απέναντι όχθη, μέσα στην πολιτική, και από κει, από «μέσα» να προσπαθούν να την αλλάξουν. Η θέαση αυτή δεν υφίσταται μόνο ως προτροπή, αλλά κυρίως ως εναλλακτική. Μία πρόταση τύπου «υπάρχει και αυτός ο δρόμος», δρόμος που μπορεί να γίνει σωτήριος για το διαφορετικό που αναζητάμε. Γιατί δεν μας αξίζει η απογοήτευση να είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί. Απογοήτευση για προηγούμενες επιλογές που απέτυχαν και δυστυχώς απέτυχαν παταγωδώς. Απέτυχαν να εμψυχώσουν τους πολίτες. Απέτυχαν να δώσουν ελπίδα. Αυτό πρέπει να ανατραπεί και σταδιακά να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην βαθιά πληγωμένη σχέση μεταξύ πολιτών και πολιτικής.

Αυτή η εμπιστοσύνη και η ελπίδα είναι το ζητούμενο. Ελπίδα ότι αυτός ο τρίτος πόλος που για χρόνια συζητάμε, υπάρχει και επιτέλους θα συγκροτηθεί. Ότι ο χώρος της κεντροαριστεράς θα γίνει ζωτικός, μακριά από ηγετικές εμμονές προσώπων. Ελπίδα ότι τα καλύτερα πολιτικά μυαλά της χώρας, μπορούν να αφήσουν στην άκρη ιδεολογικές αγκυλώσεις και να συνεργαστούν για το μέλλον όλων μας. Ελπίδα πως δεν θα ξαναδούμε μία κυβέρνηση υπουργών από τον κομματικό σωλήνα, από τα συνδικαλιστικά γραφεία, από τις δημόσιες σχέσεις χωρίς ουσία, αλλά μία κυβέρνηση με όραμα.

Ναι μπορούμε να ελπίζουμε σε αυτά, για αυτό και «Κατεβαίνω με το Ποτάμι». Γιατί βίωσα στο πετσί μου την απογοήτευση, παλεύοντας παράλληλα με όλες μου τις δυνάμεις για το «διαφορετικό». Απογοήτευση από ασκούμενες πολιτικές. Απογοήτευση από πολιτικές που στήριξα, αλλά δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων λόγω των κομματικών και άλλων παθογενειών. Πάνω από όλα αφουγκράζομαι την ίδια απογοήτευση και στον κόσμο που συναντώ. Στους νέους ανθρώπους που ασφυκτιούν. Και θέλω να τους προτείνω, να τους πω, πως δεν πρέπει να το βάζουν κάτω, ότι οφείλουμε να αναζητάμε την ελπίδα.

Ένα από τα βασικά συνθήματα του Ποταμιού είναι «Να τα αλλάξουμε όλα χωρίς να γκρεμίσουμε τη χώρα». Και αλήθεια, πόσα πράγματα δεν πρέπει να αλλάξουν και μάλιστα τώρα! Πόσα πρέπει να αναθεωρηθούν, πόσα να διορθωθούν. Όχι όμως θυσιάζοντας τις δομές μας, τους αγώνες μας, την ευρωπαϊκή πορεία μας. Όχι με άκρατη φορολογία χωρίς σχεδιασμό που πλήττει τις ίδιες και τις ίδιες κοινωνικές ομάδες. Όχι με στρατηγικά λάθη που και μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Αλλά με δουλειά. Με ευρύτατες συναινέσεις. Με κοινωνικό πρόσημο. Με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Θα έλεγε κανείς πως «ξοδέψαμε» χρόνια, κοιτώντας τη σκιά μας, αντί για το μέλλον. «Ξοδέψαμε» τέσσερα χρόνια, τα επονομαζόμενα «της κρίσης», με κατ’ επίφαση μεταρρυθμίσεις που είχαν πάντα «κομματική ουρά». Όχι πια. Σήμερα μπορούμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα. Να ενισχύσουμε τις δομές μας, να δώσουμε και πάλι αξία στο κράτος μας. Να ανακτήσουμε την αξιοπρέπειά μας. Να διεκδικήσουμε την εμπιστοσύνη των εταίρων μας. Να επενδύσουμε στην επιχειρηματικότητα, να επενδύσουμε στους νέους. Να παράξουμε. Και να σταματήσουμε τα κομματικά «πάρτυ» παθογενειών.
Να αλλάξουμε τη χώρα μας, προς το καλύτερο, όχι να τη φέρουμε 10 χρόνια πίσω. Να γίνουμε ένα ορμητικό ποτάμι, που όμως δεν θα καταστρέφει στο πέρασμά του. Να αισθανθούμε και πάλι την αξιοπρέπεια στο πετσί μας. Με όχημα την δουλειά, την αξιοκρατία και τις πραγματικές, τις ρεαλιστικές προτάσεις.