Άρθρο της Βουλευτού Αιτωλ/νίας της Δημοκρατικής Αριστεράς Νίκης Φούντα

« Η παγίδα της πόλωσης και η απαραίτητη προοδευτική στροφή στην Ευρώπη. Γιατί μας αφορά άμεσα »

Παρακολουθήσαμε μια προεκλογική περίοδο αυτοδιοικητικών εκλογών με εκβιαστικά διλήμματα και πόλωση, με απειλές για την “αποσταθεροποίηση” της χώρας. Από την επόμενη μέρα, μπήκαμε σε μια εξίσου -αν όχι περισσότερο- διλημματική εβδομάδα, που το ζητούμενό της, όμως, και πάλι δεν είναι ο στόχος: η Ευρώπη κάθε αυτό… Γιατί όμως απαξιώνουμε τόσο την άμεση και άρρηκτη σχέση που θα έπρεπε να έχουμε με το Ευρωκοινοβούλιο; Γιατί οι πολίτες αισθάνονται να κλονίζεται και εκεί ο δημοκρατικός διάλογος και οι ουσιαστικές διεργασίες για τα της Ευρώπης; Γιατί τόσο λίγος σεβασμός προς την καθαρά ευρωπαϊκή ψήφο, ακόμα και στα πολύ δύσκολα που περνάμε;

Η «Γηραιά Ήπειρος» επιβεβαίωσε απόλυτα το προσωνύμιό της επιδεικνύοντας εξαιρετικά αργά αντανακλαστικά στο ξέσπασμα της ευρωπαϊκής κρίσης. Κι έλλειψη ουσιαστικής αλληλεγγύης.

Κι ενώ τα μηνύματα που έρχονταν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν πολλά, πολυδιάστατα και ηχηρά, η Ευρώπη θεώρησε ότι ήταν θωρακισμένη σε μία πολύ εύθραυστη -όπως αποδείχθηκε- Ένωση. Σε μια και θεσμικά καθαρά εθνικοποιημένη οικονομική Ένωση. Αυτή που δεν αναγνώρισε την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Που δεν αντιμετώπισε σφαιρικά και καίρια το πρόβλημα. Που δεν ασχολήθηκε όσο έπρεπε με τους λαούς που αφορούσε, παρά τους χαρακτήρισε ως διακριτό πρόβλημα, μακριά από τα του κυρίως “Οίκου” της. Αλλά αυτή η  Ευρώπη δεν έχει ονοματεπώνυμο;
Αναμφισβήτητα οι εγγενείς στρεβλώσεις της Ελλάδας την κατέστησαν το εύκολο θύμα αυτής της κρίσης. Αυτή στην συνέχεια θα κατέκλυζε τον ευρωπαϊκό Νότο απειλώντας τα θεμέλια του Ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέτυχε να διαγνώσει εγκαίρως την συστημικότητα του προβλήματος και αποφάσισε να απομονώσει τον Έλληνα «ασθενή». Η απόφαση να εμπλακεί το ΔΝΤ σε ένα αμιγώς ευρωπαϊκό ζήτημα, μπορεί μεν να δημιούργησε  κάποιες μικρές αντιστάσεις, αλλά εν τέλει προκρίθηκε, καθώς οι ευρωπαίοι ηγέτες θεώρησαν την Ελλάδα “μεμονωμένη περίπτωση”. Χωρίς καθαρή πολιτική κατεύθυνση, ούτε καν αμιγώς νεοφιλελεύθερη, αποφασίσθηκε ένα πακέτο βοήθειας που θα δημιουργούσε πρωτόγνωρη ύφεση, αφού κανείς δεν πήρε το ρίσκο και την πολιτική ευθύνη να μετρήσει τις συνέπειες και να σκύψει πάνω στο πρόβλημα επί της ουσίας, πέρα από “λογιστικούς ακτιβισμούς”. Κανείς επίσης δεν αναλογίστηκε το πόσο θα κοστίσει το ότι η Ευρώπη αδράνησε και αδιαφόρησε εκκωφαντικά. Αυτή η Ευρώπη των σχεδίων της λιτότητας, αυτή η συντηρητική Ευρώπη του Λαϊκού Κόμματος και της γερμανικής παντοδυναμίας.
Οι αποκαλύψεις που έρχονται στο φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες, με το δραματικό παρασκήνιο των Καννών, καταδεικνύουν ακριβώς την αμηχανία της Ευρώπης μπροστά σε ένα ολοένα και περισσότερο διογκούμενο οικονομικό πρόβλημα που απειλούσε ευθέως την σταθερότητα της ευρωζώνης. Η Ευρώπη δεν κατέστη δυνατό να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αφού έκδηλα αντιμετώπισε την Ελλάδα ως τον «φτωχό συγγενή». Η τότε Κυβέρνηση, αποδείχθηκε ανίκανη να διαπραγματευτεί και γρήγορα έχασε τον έλεγχο.  Και το ντόμινο των εξελίξεων αποδείχθηκε μοιραίο –φτάνοντας ως το σήμερα.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό, λοιπόν, ότι οι παρενέργειες όλων αυτών των κακών χειρισμών ελληνικής κυβέρνησης και Ευρώπης, οι εκ των υστέρων παραδοχές των λαθών και όλη η εφαρμοζόμενη πολιτική των τεσσάρων ετών της λιτότητας μας αφορά άμεσα, μας αφορά κατάφωρα. Σε αυτές τις ευρωεκλογές ένα και μοναδικό δίλημμα, άρα, θα έπρεπε να τίθεται: αυτό της πολιτικής πορείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που θα αφορά σε μια -απολύτως αναγκαία κατά την γνώμη μου- στροφή προς την σοσιαλδημοκρατία αποτελώντας την εναλλακτική πρόταση ή στην συνέχεια της ίδιας κεντροδεξιάς πολιτικής που δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, φτιάχνοντας μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων;
Διότι αυτό πρέπει να είναι το διακύβευμα των ευρωεκλογών και όχι ένα πολωτικό κομματικό δίλημμα που εξαντλείται εντός των ελληνικών τειχών. Η κρίση του πολιτικού μας συστήματος, αυτή η μικροπολιτική αντίληψη, δεν μπορεί να καθορίσει την στάση μας απέναντι στο ευρωπαϊκό μας μέλλον.
Όχι δεν είναι δημοψήφισμα εναντίον της Κυβέρνησης οι ευρωεκλογές. Ούτε φυσικά και ψήφος εμπιστοσύνης σε αυτή. Είναι η δικιά μας φωνή και εκπροσώπηση στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια. Και θα πρέπει να είναι η δική μας συνεισφορά σε μία σοσιαλιστική στροφή στα ηνία της Ε.Ε.
Δυστυχώς ο αποπροσανατολισμός που επιχείρησαν τα δύο μεγάλα κόμματα έχει κυριαρχήσει. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών έχει καταστεί πλέον διαμορφωτής πολιτικών εξελίξεων στο ελληνικό πολιτικό στίβο και δείκτης εσωστρέφειας. Αν όμως εθνικοποιήσουμε και πάλι την πολιτική μας ζωή θα έχουμε ισχυρότερη φωνή στην Ευρώπη; Ή μήπως χρειάζεται να ισχυροποιήσουμε την ευρωπαϊκή μας εκπροσώπηση ώστε να αντιμετωπίζουμε πιο αποτελεσματικά τις λανθασμένες πολιτικές που έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην χώρα μας;
Η συμμετοχή της Δημοκρατικής Αριστεράς στην ευρωομάδα των Σοσιαλιστών και η  εκπροσώπησή της θα αποσκοπεί σε μια ευρωπαϊκή στροφή προς πιο προοδευτικές λύσεις, προς την σοσιαλδημοκρατία, την αλλαγή των πολιτικών που δημιουργούν ανισότητες μεταξύ των εθνών, σε συνολική αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και στην ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευσή του. Σε έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων.
Την Κυριακή ψηφίζουμε για την αλλαγή πολιτικής στην Ευρώπη και για την ισχυρή φωνή μας σε αυτή. Η εθνική ετυμηγορία -όποτε και αν αυτή έρθει- δεν μπορεί και δεν πρέπει να «καπελώσει» αυτό το μεγάλο στοίχημα.