Άσβεστος μνήμη 120

Έβρεχε εκείνο το τραγικό πρωί της Μεγάλης Παρασκευής. Ο ουρανός ήταν κατασκότεινος. Από πολύ νωρίς οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν πένθιμα θρηνώντας τον Εσταυρωμένο Ιησού. Δεν έβλεπες ψυχή στο δρόμο. Και ξαφνικά ακούστηκαν οι ριπές των πολυβόλων. Σαν αστραπή διαδόθηκε πως στην πλατεία έχουν κρεμάσει τρεις. Γυναίκες, παιδιά, γέροντες, νέοι άρχισαν να τρέχουν στους δρόμους έξαλλοι. Μέσα στα μάτια τους έβλεπες έκδηλο τον τρόμο και τη φρίκη.

Αυτόπτης μάρτυρας διηγείται:

«Στο μισοσκόταδο άκουσα τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου,  που σταμάτησε στην Πλατεία. Άκουσα ακόμα μερικές γερμανικές ομιλίες, που ύστερα απομακρύνθηκαν και φωνές τσολιάδων. Στο βάθος της πλατείας είδα να κινούνται μερικοί τσολιάδες γύρω από τις δύο κολώνες. Δεν κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο.

»Πνιχτές άναρθρες φωνές που ακούστηκαν κατόπιν δεν μου άφησαν καμμιά αμφιβολία γι’ αυτό που γινόταν: Κρεμούσαν το Σούλο και τον Αναστασιάδη.

Τον απαγχονισμό του μακαρίτη Σαλάκου τον παρακολούθησα από σιμά.

Επί κεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο περίφημος δήμιος επιλοχίας και έπειτα ανθυπολοχαγός του Τάγματος Ασφαλείας Γεωργόπουλος.

»Όταν ετοίμαζαν τη θηλειά ο  Σαλάκος φώναζε:

-Θα μ’ εκδικηθεί ο λαός του Αγρινίου. Ζήτω το ΕΑΜ.

Με φρίκη άκουσα το Γεωργόπουλο να απαντάει με θηριωδία.

-Σκάσε παλιοκάθαρμα! και τράβηξε το σκαμνί απ’ τα πόδια του θύματος.

»Οι άλλοι τσολιάδες έστρεψαν τα νώτα τους προς την κολώνα για να μη βλέπουν. Απόστρεψα με φρίκη το πρόσωπο και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το παράπονο που μ’ έπνιγε».

Οι κρεμασμένοι έμειναν εκεί όλη τη Μεγ. Παρασκευή και το πρωί του Μεγ. Σαββάτου. Έγινε η αποκαθήλωση του Χριστού, ο ενταφιασμός του, η χαρμόσυνη Ανάσταση.  Σάββατο κι αυτοί έμειναν εκεί κρεμασμένοι. Μόλις το μεσημέρι τους ξεκρέμασαν απ’ το σταυρό του δικού τους μαρτυρίου και τους έθαψαν μαζί με τους άλλους».