Στα «χαρακώματα» οι φροντιστές για το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας

Στα «χαρακώματα» οι φροντιστές για το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας

Αντιδράσεις και αναστάτωση προκάλεσε το κομμάτι του πολυνομοσχεδίου σχετικά με τα φροντιστήρια και τα ωράριά τους στους κύκλους των εκπαιδευτικών . Τι προβλέπει και ποια είναι η άποψη των φροντιστών

 

Casus belli αποτελεί για τα φροντιστήρια η ανακοίνωση του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας, αφού παρεμβαίνει και στα θέματα της υποστηρικτικής εκπαίδευσης. Το πολυνομοσχέδιο προβλέπει πως οι ημέρες διακοπών και αργιών των Φροντιστηρίων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αλλά και των Κέντρων Ξένων Γλωσσών καθορίζονται ως εξής:

Διακοπών:
1) Χριστουγέννων, από την 24η Δεκεμβρίου μέχρι και την 7η Ιανουαρίου
2) Πάσχα, από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι και την Κυριακή του Θωμά

Αργιών:

1) όλες τις Κυριακές

2) τις θρησκευτικές γιορτές των Τριών Ιεραρχών και του Αγίου Πνεύματος

3) τις εθνικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου και 25ης Μαρτίου
4) 17η Νοεμβρίου
5) την Καθαρά Δευτέρα
6) την 1η Μαΐου
7) την κατά τις ισχύουσες διατάξεις ημέρα αργίας για την έδρα κάθε φροντιστηρίου και κέντρου ξένων γλωσσών λόγω τοπικής θρησκευτικής ή εθνικής γιορτής
8) τη γιορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Πολλοί φροντιστές υποστηρίζουν πως με τις παρεμβάσεις που προωθούνται, μέσω του πολυνομοσχεδίου, για τα φροντιστήρια θα διογκωθεί το φαινόμενο της εκπαιδευτικής παραοικονομίας μέσω των ιδιαίτερων μαθημάτων και ταυτόχρονα θα ανθήσει ο αθέμιτος ανταγωνισμός. Στην παρούσα φάση, στον κλάδο δραστηριοποιούνται 2.500 νόμιμες επιχειρήσεις ανά την περιφέρεια και δίνουν εργασία σε τουλάχιστον 25.000 εκπαιδευτικούς, ενώ αποδίδουν κανονικά τους φόρους στο κράτος.

Σε επικοινωνία μου είχαμε με τον αγρινιώτη φιλόλογο και διευθυντή του φροντιστηρίου «Έμμετρον» κ Λάζαρο Κ. Καπέρδα, μιλώντας για το θέμα αυτό είπε: « Ο υπουργός δήλωσε ότι τα φροντιστήρια «είναι πληγή που πρέπει να γιατρευτεί». Επειδή είναι μέρες του Απρίλη και δεν θέλω να θυμίσω ποιοι και πότε αντιμετώπιζαν τα κοινωνικά φαινόμενα ως αρρώστιες που έπρεπε να γιατρευτούν, βάζοντας τους πρωταγωνιστές τους στο γύψο, αρκούμαι απλώς να χαρακτηρίσω άστοχη την διαπίστωση του κ. υπουργού.

Το φροντιστήριο δεν είναι πληγή, είναι πολλά χρόνια τώρα καταφύγιο των γονιών και των παιδιών, και μάλιστα όχι των προνομιούχων, να βρουν στήριξη στον αγώνα τους για μάθηση και πρόοδο. Αν δεν το βίωσε ο ίδιος ή κανείς από το στενό του περιβάλλον, αλλά θέλει να μάθει την αλήθεια, ας ζητήσει από τα ίδια τα παιδιά και τους γονείς τους να του πουν τη γνώμη τους για την ανάγκη και την αξία του φροντιστηρίου. Εκτός αν θεωρεί ότι κατέχει ο ίδιος εξ αποκαλύψεως όλη την αλήθεια και δεν χρειάζεται να ρωτήσει τα παιδιά και τους γονείς.

Συνάμα, το φροντιστήριο είναι χρόνια τώρα φυτώριο χιλιάδων ικανών και μάχιμων καθηγητών, οι περισσότεροι από τους οποίους μάλιστα μεταπηδούν στη συνέχεια στη δημόσια εκπαίδευση φορτωμένοι με πλούτο γνώσεων και εμπειριών, που τους κάνει να διακρίνονται και να κοσμούν τα σχολεία τους.

Το φροντιστήριο δεν είναι πληγή, γιατί την ανάγκη του, τη χρησιμότητά του και την θέσπισή του δεν την συνέλαβε κανένας «φωτισμένος» ή έστω εμπνευσμένος πολιτικός, αλλά η κοινωνία από μόνη της και από την αγωνία της για κάτι καλύτερο. Το θέσπισαν και το στηρίζουν πριν την πολιτεία, δεκαετίες τώρα, οι απλοί, συχνά φτωχοί, καθημερινοί άνθρωποι που ήθελαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να μάθουν όσα αυτοί δεν έμαθαν, και να προοδεύσουν. Αν το φροντιστήριο ήταν πληγή, η κοινωνία που το γέννησε θα το είχε σκοτώσει κιόλας.

Περνώντας στο δεύτερο που θα ήθελα να επισημάνω, χρησιμοποιώντας και το χαρακτηρισμό του κ. υπουργού, θα έλεγα ότι πληγή για την εκπαίδευση δεν είναι το Φροντιστήριο, αλλά ο κάθε υπουργός παιδείας, που μόλις αναλάβει τα καθήκοντά του αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντι στην ιστορία να κάνει και τη μεταρρύθμισή του. Το ίδιο κάνει τώρα και ο σημερινός υπουργός, και μάλιστα χωρίς να ζητήσει κι από τους ανθρώπους που αναλώνουν καθημερινά τη ζωή τους στον συγκεκριμένο τομέα, να του πουν τις απόψεις τους. Εκτός αν θεωρεί ότι είκοσι πέντε χιλιάδες άνθρωποι που εργάζονται και διδάσκουν στα φροντιστήρια είναι όλοι μολυσμένοι από την πληγή την οποία, σύμφωνα με τη δήλωσή του, υπηρετούν, κι επομένως ακατάλληλοι να εκφράσουν γνώμη.

Προσωπικά πάντως θεωρώ δείγμα ολοκληρωτικής σκέψης και πρακτικής την απόπειρα του υπουργείου να καθορίσει τις αργίες των Φροντιστηρίων, με μέτρο τις αντίστοιχες των σχολείων, γιατί τότε το φροντιστήριο θα γίνει σχολείο, δηλαδή δεν θα μπορεί να υπηρετεί το ρόλο που του έχει αναθέσει η ίδια η ζωή και οι ανάγκες των απλών ανθρώπων, που χρόνια τώρα απολαμβάνουν τις υπηρεσίες του. Θα χάσει την ευελιξία του και την προσαρμοστικότητά του στις ανάγκες των μαθητών του, ιδίως της τελευταίας τάξης, και αυτοί που θα επιβαρυνθούν τελικά θα είναι οι μαθητές, καθώς θα υποχρεωθούν να πιεστούν ακόμη περισσότερο για να χωρέσει και το πρόγραμμα του Φροντιστηρίου παράλληλα και πρόσθετα σ’ εκείνο του σχολείου.

Αν πάλι ο κ. υπουργός στοχεύει με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις να προστατεύσει τους εργαζόμενους στα φροντιστήρια, σφάλλει κι αυτό θα αποδειχτεί από την ίδια την πραγματικότητα, γιατί αν εφαρμοστούν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις, όπως πολύ ορθά έχει επισημάνει η Ο.Ε.Φ.Ε. (Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδας), τότε πολύ σύντομα περισσότεροι μαθητές, για να καλύψουν τις ανάγκες τους με καλύτερο τρόπο, θα στραφούν στα ιδιαίτερα μαθήματα και θα μειωθεί ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν στα οργανωμένα Φροντιστήρια, με αποτέλεσμα:

α) κάποια από αυτά να κλείσουν και σίγουρα πολλά να αναγκαστούν να μειώσουν το προσωπικό τους, πράγμα που θα σημάνει απώλεια θέσεων εργασίας για σημαντικό αριθμό και μάλιστα νέων ανθρώπων,

β)απώλεια ασφαλιστικών εισφορών για τα ασφαλιστικά Ταμεία και αύξηση της ανεργίας του κλάδου με επιβάρυνση του ταμείου ανεργίας

γ) διόγκωση της άδηλης και αφορολόγητης εργασίας, αφού είναι γνωστό ότι τα ιδιαίτερα μαθήματα στο μεγαλύτερο ποσοστό τους γίνονται στη σφαίρα της παραοικονομίας, με  μέσα στην εβδομάδα.

Αν, τέλος, με την παρέμβασή του αυτή το υπουργείο θέλει να προστατεύσει τα ίδια τα παιδιά, και σφάλλει και μας προσβάλλει όλους, γιατί είναι σαν να υποστηρίζει ο υπουργός ότι κι εμείς, οι φροντιστές, και οι γονείς των μαθητών μας είμαστε μειωμένης αντίληψης ή και ηθικής και δεν ξέρουμε ποιο είναι το καλό των παιδιών ή δεν ενδιαφερόμαστε γι’ αυτό εμείς, με τους οποίους τα παιδιά μοιράζονται τη ζωή τους και τις αγωνίες τους καθημερινά, αλλά νοιάζεται και αγαπά τα παιδιά περισσότερο ο ίδιος και οι επιτελείς του».

Κων/νος Χονδρός