Φορολογική αφαίμαξη

Περισσότερο από το μισό ετήσιο εισόδημά τους θα κληθούν να καταβάλουν σε φόρους και επιβαρύνσεις προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία χιλιάδες φορολογούμενοι, οι οποίοι μετατρέπονται στα συνήθη υποζύγια για την εισροή χρημάτων στον κρατικό κορβανά, λόγω αδυναμίας της κυβέρνησης να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή και να διευρύνει τη φορολογική βάση στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής δικαιοσύνης.

Όπως αναφέρει ο Κώστας Ιερίδης στο Zougla.gr Χιλιάδες φορολογούμενοι μετατρέπονται στα συνήθη υποζύγια για την εισροή χρημάτων στα κρατικά ταμεία, λόγω αδυναμίας της κυβέρνησης να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή

Ο λογαριασμός του πακέτου μέτρων -ύψους 5,4 δις ευρώ- είναι βαρύς, με μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες να πληρώνουν στην πλειονότητά τους το μάρμαρο της επώδυνης συμφωνίας με τους δανειστές. Σύμφωνα με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), η νέα ασφαλιστική και φορολογική επιβάρυνση για τους πολίτες, εφόσον εφαρμοστούν -μέχρι κεραίας- τα νέα μέτρα, αναμένεται να ανέλθει στο 55% του ετήσιου εισοδήματος.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ένας δικηγόρος, ο οποίος θα εμφανίσει στη δήλωσή του εισόδημα 20.000 ευρώ. Με βάση το νέο ασφαλιστικό – φορολογικό, θα κληθεί να καταβάλει σε φόρους και εισφορές 11.901 ευρώ ετησίως. Την ίδια στιγμή, ένας αγρότης με το ίδιο εισόδημα θα πρέπει να πληρώσει 9.630 ευρώ. Η ΟΚΕ ξεκαθαρίζει στην έκθεσή της ότι η διαδικασία εξοικονόμησης 1% του ΑΕΠ από το συνταξιοδοτικό θα έπρεπε να διαχωριστεί από μια «αμφίβολης αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητας» ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Αναλυτικά, οι εισφορές του ασφαλιστικού νομοσχεδίου έχουν ως εξής
:

1. Έρχεται αύξηση των εισφορών υπέρ της επικουρικής ασφάλισης κατά 1% από την 1η Ιουνίου 2016 έως και την 31η Μαΐου 2019 για όλους τους μισθωτούς. Ειδικότερα, το ποσό της μηνιαίας επιβάρυνσης για την επικουρική ασφάλιση στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) όλων των μισθωτών, ασφαλισμένων υπολογίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και 3,5% για τον εργοδότη επί των ασφαλιστέων αποδοχών του εργαζομένου.

Από την 1η Ιουνίου 2019 και έως την 31η Μαΐου 2022 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στο ΕΤΕΑ ανέρχεται σε 3,25% για τον ασφαλισμένο και σε 3,25% για τον εργοδότη επί των ασφαλιστέων αποδοχών του εργαζομένου. Μετά το πέρας της εξαετίας το ποσοστό της μηνιαίας εισφοράς επανέρχεται στο ύψος που ίσχυε στις 31 Δεκεμβρίου 2015.

2. Επιβάλλεται εισφορά 7% των αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών για το ΕΤΕΑ. Από την 1η Ιουνίου 2016 και μέχρι την 31η Μαΐου 2019 το ποσό της επιβάρυνσης υπολογίζεται σε ποσοστό 7% επί του εισοδήματος. Από την 1η Ιουνίου 2019 και μέχρι την 31η Μαΐου 2022, το ποσό υπολογίζεται σε ποσοστό 6,5% επί του εισοδήματος. Μετά το πέρας της εξαετίας, το ποσοστό της μηνιαίας εισφοράς διαμορφώνεται στο ύψος που ίσχυε στις 31 Δεκεμβρίου 2015.

3. Εισάγεται εισφορά 20% επί των ετήσιων εισοδημάτων των ελεύθερων επαγγελματιών και τωνεπιστημόνων από την 1η Ιανουαρίου 2017 όσον αφορά στον κλάδο της σύνταξης. Προβλέπονται, ωστόσο, εκπτώσεις 5%-7% στις ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολούμενων που προέρχονται από το ΕΤΑΑ και δηλώνουν -μετά φόρων- εισόδημα από 13.000 έως 57.000 ευρώ. Επιπλέον, εισάγονται εκπτώσεις για τους νέους επιστήμονες.

Βάσει των προβλεπόμενων μέτρων, το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τον κλάδο κύριας σύνταξης ανέρχεται: α) σε 14% για τα πρώτα δύο έτη από την αρχική υπαγωγή του επαγγελματία στην ασφάλιση, β) σε 17% για τα επόμενα τρία έτη και γ) σε 20% για το χρονικό διάστημα μετά το 5ο έτος της υπαγωγής.

4. Προβλέπεται σταδιακή μετάβαση στον συντελεστή 20% την περίοδο 2017-2022 για τους αγρότες. Το ύψος της μηνιαίας επιβάρυνσης για τους ασφαλισμένους του ΟΓΑ και για όσους ενταχθούν μελλοντικά στον συγκεκριμένο φορέα και δηλώνουν κατ’ επάγγελμα αγρότες θα αυξάνεται σταδιακά από την 1η Ιουλίου 2015 έως την 1η Ιανουαρίου 2022 ως εξής:

  • από 1.7.2015 έως 31.12.2016 το ύψος της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης ανεβαίνει κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται σε ποσοστό 10% επί των υφιστάμενων κατά τη δημοσίευση του νόμου των ασφαλιστικών κατηγοριών – βάσει των όσων προβλέπονται στο νομοσχέδιο, από 1.1.2017 και εφεξής οι υφιστάμενες ασφαλιστικές κατηγορίες καταργούνται και το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς υπολογίζεται ως ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος
  • από 1.1.2017 και έως 31.12.2017 το ποσοστό των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών επί του φορολογητέου εισοδήματος διαμορφώνεται σε 14%
  • από 1.1.2018 και έως 31.12.2018 σε 16%
  • από 1.1.2019 και έως 31.12.2019 σε 18%
  • από 1.1.2020 και έως 31.12.2020 σε 19%
  • από 1.1.2021 και έως 31.12.2021 σε 19,5%
  • από 1.1.2022 και εντεύθεν σε 20%.

5. Εισφορά 6% στις κύριες συντάξεις υπέρ του ΕΟΠΥΥ. Από την 1η Ιουλίου 2016 η εισφορά υγειονομικής περίθαλψης υπέρ του συγκεκριμένου φορέα ασφάλισης των συνταξιούχων, που καλύπτονται για παροχές ασθενείας σε είδος, καθορίζεται σε ποσοστό 6% και υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου ποσού κύριας σύνταξης, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων.

6. Διατηρείται η εισφορά 6% και στις επικουρικές. Από την 1η Ιουλίου 2016 παρακρατείται εισφορά 6% υπέρ του ΕΟΠΥΥ από τις επικουρικές των συνταξιούχων που καλύπτονται για παροχές ασθενείας σε είδος, υπολογιζόμενης επί του καταβαλλόμενου ποσού της σύνταξης, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων.

7. Προβλέπεται εισφορά υγειονομικής περίθαλψης ύψους 7,10% επί του εισοδήματος των μισθωτών. Ειδικότερα, από την 1η Ιανουαρίου 2017 η ασφαλιστική εισφορά ορίζεται σε ποσοστό 7,10% επί των πάσης φύσεως αποδοχών. Η επιβάρυνση αυτή κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος και συγκεκριμένα: 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% τον εργοδότη, ενώ υπάρχει και ένα ποσοστό 0,65% για παροχές σε χρήμα, εκ του οποίου το 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και το 0,25% βαρύνει τον εργοδότη.

8. Προβλέπεται εισφορά υγειονομικής περίθαλψης ύψους 6,9% επί του εισοδήματος των επαγγελματιώνκαι των ανεξάρτητων απασχολούμενων. Από την 1η Ιανουαρίου 2017 η επιβάρυνση ορίζεται σε ποσοστό 6,95% επί του ασφαλιστέου εισοδήματός τους. Παράλληλα, κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος και κατά ποσοστό 0,50% για παροχές σε χρήμα.