Υδροπλάνα μετ’ εμποδίων

Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων πριν τις αδειοδοτήσεις

Την προηγούμενη εβδομάδα επισκέφθηκε στο υπουργείο οικονομικών την αναπληρωτή υπουργό οικονομικών κ. Νάντια Βαλαβάνη ο πρόεδρος της εταιρείας Hellenic Seaplanes, η οποία τα τελευταία δυόμιση χρόνια έχει δρομολογήσει τις διαδικασίες γα την δημιουργία ενός δικτύου συγκοινωνίας η οποία είναι άγνωστη μέχρι σήμερα στην χώρα μας. Ο λόγος για το project που αναπτύσσει η συγκεκριμένη εταιρεία με την  δημιουργία υδατοδρομίων, όχι μόνο στα πελάγη της χώρας μας, αλλά και στα εσωτερικά ύδατα της. Ως γνωστόν η εταιρία έχει καταθέσει φάκελο για την δημιουργία υδατοδρομίου στην λίμνη Τριχωνίδα αλλά και σε άλλες τέσσερις λίμνες στην Ελλάδα, οι οποίες είναι η λίμνη Παμβώτιδα στα Ιωάννινα, η λίμνη Καϊάφα στην Ζαχάρω της Ηλείας, η λίμνη του Πολυφύτου στην Κοζάνη και η λίμνη Κερκίνη στις Σέρρες

Όπως έγινε γνωστό η συνάντηση αυτή της κ. Βαλαβάνη με τους εκπροσώπους της εταιρείας πραγματοποιήθηκε σε ιδιαίτερα θετικό κλίμα, ενώ κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τέθηκαν επί τάπητος όλα τα βασικά ζητήματα όπου έχει αρμοδιότητα το υπουργείο Οικονομικών και τα οποία απασχολούν τον νέο τομέα της δραστηριότητας των υδροπλάνων, καθώς και την σταθερότητα του φορολογικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα που απασχολεί τους επενδυτές της εταιρείας.

Στο κέντρο επίσης αυτής της ενημερωτικής συζήτησης ήταν η ανάπτυξη και η δημιουργία εκείνων των υποδομών στις λίμνες, έτσι ώστε αυτές να είναι σε θέση να παρέχουν την απαιτούμενη επιχειρησιακή υποστήριξη στα υδροπλάνα της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι νομοθετικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει την διαχείριση των λιμνών, αλλά και γενικότερα των «εσωτερικών υδάτων» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονται δεν προβλέπει την ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας.

Η κυρία Βαλαβάνη τόνισε ότι οι επενδύσεις είναι σημαντικές στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και ότι θα αναλάβει πρωτοβουλίες προκειμένου να βρεθούν λύσεις σε θέματα που σήμερα καθυστερούν αυτή την επένδυση. Ταυτόχρονα η αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών επιβεβαίωσε την πολιτική βούληση της κυβέρνησης να στηρίξει τη νέα δραστηριότητα, επισημαίνοντας τα πολλαπλά οφέλη που θα σήμανε μια τέτοια επένδυση για την ελληνική οικονομία, όπως είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας, η περιφερειακή ανάπτυξη, η ανάπτυξη υποδομών και δικτύων καθώς και τις θετικές επιδράσεις που θα έχει αυτή στην εγχώρια τουριστική βιομηχανία.

Μετά από έρευνα που πραγματοποιήσαμε με αφορμή αυτή τη συνάντηση, αλλά και μετά τα όσα γράψαμε στο φύλο της «Σ» της 17ης Απριλίου του 2014 με τίτλο «Προχωράνε επισήμως οι διαδικασίες για υδατοδρόμιο στην Τριχωνίδα», η συνάντηση αυτή με την αναπληρωτή υπουργό καθόλου τυχαία δεν ήταν. Όπως φαίνεται η επενδυτική αυτή πρωτοβουλία σκοντάφτει πάνω στην εκπόνηση περιβαλλοντικών μελετών, τις οποίες όχι μόνο η Τριχωνίδα αλλά και η Κερκίνη και η Παμβώτιδα των Ιωαννίνων  απαιτούν για την αξιοποίηση τους, αφού και οι τρεις παραπάνω λίμνες αποτελούν υδάτινα συστήματα προστατευμένα από τη συνθήκη Natura 2000.

Το πρόβλημα πέρα από το ότι προσκρούει στο νομοθετικό κενό που υπάρχει σε σχέση με το ποιος είναι ο φορέας διαχείρισης της εσωτερικής υδάτινης επιφάνειας των λιμνών, μεγεθύνεται ακόμα πιο πολύ από το ότι η δραστηριότητα αυτή δεν περιλαμβάνεται μέσα στις δράσεις που η αντίστοιχη ΚΥΑ προβλέπει για την βιώσιμη αξιοποίηση των προστατευόμενων αυτών περιοχών.

Στην υπόθεση της λειτουργίας του υδατοδρομίου της Παμβώτιδας μάλιστα έχει εμπλακεί και ο Συνήγορος του πολίτη, ο οποίος σε πόρισμα που εξέδωσε για το συγκεκριμένο πρόβλημα αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «σκοπός της προστασίας των συγκεκριμένων περιοχών (Νatura 2000) είναι η διατήρηση, βιώσιμη διαχείριση και ανάδειξη των προστατευόμενων περιοχών, ώστε να αποτελέσουν τοπικούς πόλους βιώσιμης ανάπτυξης. Η διατήρηση της βιοποικιλότητας, η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων και η διατήρηση της φυσιογνωμίας του τοπίου αποτελούν τους κύριους άξονες ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης για τις προστατευόμενες περιοχές και, επομένως, η ανάπτυξη ανθρώπινων δραστηριοτήτων είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον αυτές είναι συμβατές με τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος».

Το συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο Συνήγορος του Πολίτη σε αυτό του το πόρισμα, είναι ότι επειδή η Παμβώτιδα πρόκειται για προστατευόμενη περιοχή χρειάζεται ειδική περιβαλλοντική μελέτη, που να λαμβάνει υπ’ όψιν το «προστατευτέο αντικείμενο με το σύνολο των αβιοτικών και βιοτικών συνιστωσών του με σκοπό την παραγωγή διαχειριστικών σχεδίων για την αειφόρο διαχείριση του οικοσυστήματος της λίμνης, καθώς και στο ότι η αρμοδιότητα έγκρισης της ΜΠΕ οφείλει να ανήκει στο ΥΠΕΧΩΔΕ».

Το συγκεκριμένο πρόβλημα φαίνεται να είναι σημαντικό, αν αντιληφθεί κανείς ότι τα προστατευόμενα οικοσυστήματα δεν μπορεί να γίνονται πηγές εκμετάλλευσης κατά το δοκούν. Όταν δηλαδή μπορούμε να εξοικονομήσουμε χρήματα από αυτά με στόχο την προστασία τους, να τα προστατεύουμε, κι όταν να «παράγουμε χρήματα από αυτά με την καταστροφή τους να τα καταστρέφουμε. Τα οικοσυστήματα απαιτούν σοβαρότητα στη διαχείριση τους και κάθε παρέκκλιση από αυτή την αρχή μόνο σε «κακό» μπορεί να οδηγήσει και τα ίδια, αλλά και τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες έχουν αναπτυχθεί γύρω τους και οφείλουν να τα διαχειριστούν με μεγάλη προσοχή και σύνεση.