Πέθανε ο Μάικλ Τσιμίνο – Ο σκηνοθέτης του «Ελαφοκυνηγού»

Στα 77 του χρόνια πέθανε ο σκηνοθέτης του «Ελαφοκυνηγού», ο δημιουργός που ταύτισε το όνομά του με την κοσμογονική αποτυχία της «Πύλης της Δύσης» και ο άνθρωπος που τύλιξε γύρω από ένα τόσο μεγάλο μυστήριο τη ζωή του, δίνοντας νέο νόημα στο ζω κινηματογραφικά.

«Νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι είμαι τελείως τρελός. Μερικοί νομίζουν ότι είμαι ναρκομανής. Λένε ότι ξόδεψα 50.000 δολάρια από τον προϋπολογισμό για την «Πύλη της Δύσεως» σε κοκαΐνη. Λένε ότι είμαι αλκοολικος. Δεν είμαι, παρά τις φήμες. Ολα τα πράγματα που ο κόσμος πιστεύει ότι είμαι, δεν είμαι. Γι’ αυτό και δεν θέλω να μιλάω ποτέ στον Τύπο, γιατί είναι γελοίοι. Και κάποιοι από αυτούς είναι πολύ σκληροί. Λένε για μένα ό,τι μπορούν: ότι είμαι ρατσιστής, Μαρξιστής, φασίστας, ομοφοβικός, τρανσέξουαλ – δεν ξέρω τι άλλο θα σκεφτούν να πουν.» 

Για τουλάχιστον τρία χρόνια, όπως αναφέρει το news247.gr, από το 1978 μέχρι και το 1980, δεν υπήρχε στον κόσμο όλο πιο σπουδαίος και πιο διάσημος σκηνοθέτης από τον Μάικλ Τσιμίνο. Δεν ήταν μόνο τα πέντε Οσκαρ του «Ελαφοκυνηγού», αλλά ήταν ο ίδιος ο «Ελαφοκυνηγός», ένα σπουδαίο – για πολλούς το σπουδαιότερο – φιλμ για το Βιετνάμ με την αφρόκρεμα του νέου τότε αμερικανικού σινεμά (τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τη Μέριλ Στριπ, τον Κρίστοφερ Γουόκεν και άλλους), φτιαγμένο με τη μεγαλοσύνη με την οποία πρέπει κανείς να χτυπάει το αμερικανικό όνειρο και την ταπεινότητα μιας ταινίας τόσο σκοτεινής που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί mainstream.

Η United Artists είχε βρει το σκηνοθέτη που ήθελε για ένα μεγαληπέβολο πρότζεκτ όπως ήταν η «Πύλη της Δύσεως», ένα γουέστερν για τις απαρχές της Αμερικής, τη μεγαλύτερη ταινία που θα γύριζε η εταιρία με ένα προϋπολογισμό που ξεκίνησε από τα 7.5 εκατομμύρια δολάρια για να φτάσει στα 44 εκατομμύρια δολάρια, με τις φήμες πως ήδη από την έκτη μέρη του γυρίσματος το πρόγραμμα ήταν ήδη καθυστερημένο πέντε ημέρες και την τελική κόπια να κόβεται τουλάχιστον κατά 200 λεπτά από την αρχική εκδοχή του δημιουργού της.Κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία (η καριέρα, η ζωή, τα πάντα) του Μάικλ Τσιμίνο. Με την «Πύλη της Δύσεως» να βγαίνει στις αίθουσες σφαγιασμένη από την κριτική, με μόλις λιγότερο από 4 εκατομμύρια εισπράξεις και την United Artists να πωλείται στην MGM. Από τότε και μέχρι σήμερα που ο Μάικλ Τσιμίνο βρέθηκε νεκρός στα (μάλλον) 77 του χρόνια, ο διασημότερος σκηνοθέτης εκείνων των τριών χρόνων θα γύριζε άλλες μόλις τέσσερις ταινίες, καταδικασμένος να τυλιχθεί από ένα τεράστιο μυστήριο γύρω από την προσωπικότητα, τις πλαστικές επεμβάσεις, τις διφορούμενες δηλώσεις του και φυσικά να φέρει για πάντα τον τίτλο του σκηνοθέτη που έκλεισε μια ολόκληρη εταιρία με τα καμώματά του.

«Μου πήρε αρκετά χρόνια πριν καταφέρω να πω πως είμαι περήφανος για αυτήν την ταινία. Και είμαι πολύ περήφανος. Δεν θα μπορούσα να την είχα κάνει καλύτερα απ’ ότι την έκανα. Δεν έχω ούτε δικαιολογίες, ούτε μετανιώνω για τίποτα.»Ο Μάικλ Τσιμίνο γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε στο Λονγκ Αϊλαντ, σπούδασε ζωγραφική, σκηνοθέτησε διαφημίσεις και ξεκίνησε την καριέρα του στο σινεμά ως σεναριογράφος. Συνυπέγραψε το «Silent Running» του 1972 με τον Μπρους Ντερν και το «Magnum Force» (τη δεύτερη ταινία του Βρώμικου Χάρι) το 1973, τραβώντας εκεί την προσοχή του Κλιντ Ιστγουντ, ο οποίος του εμπιστεύτηκε το όνομά του για την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα το 1974 με το «Thunderbolt and Lightfoot» – μια εισπρακτική επιτυχία που χάρισε και στον Τζεφ Μπρίτζες μια υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου.

Ο «Ελαφοκυνηγός» του 1974 – με τα πέντε Οσκαρ, ανάμεσα σε αυτά και της Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας – τοποθέτησε το όνομα του Μάικλ Τσιμίνο ανάμεσα στους μεγαλύτερους του νέου αμερικανικου σινεμά (Ρόμπερτ Ολτμαν, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Μάρτιν Σκορσέζε, Μπράιαν Ντε Πάλμα), ορίζοντας και την αφετηρία μιας διαδρομής που θα στιγματιζόταν από ένα μυστήριο γύρω από το παρελθόν και το παρόν του νεαρού ταλαντούχου δημιουργού.

Υπήρξαν πολλοί που αμφισβήτησαν την προσωπική εμπλοκή του Μάικλ Τσιμίνο με το Βιετνάμ, ο ίδιος δήλωνε από εκκεντρικότητα διαφορετικές χρονολογίες γέννησης στον Τύπο (μερικές από αυτές ήταν οι 1939, 1943, 1952), αστειευόταν με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό αλλά και το ίδιο του το φύλο και γενικά ήταν ο πιο cool, μοντέρνος και φιλόδοξος auteur όπως ακριβώς τον ήθελε το Χόλιγουντ για να βρει το κλειδί της «Πύλης της Δύσεως».

Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για την «Πύλη της Δύσεως» και οποιαδήποτε άλλη ερώτηση μπορεί να βρει την απάντησή της στην ίδια την ταινία

Η παταγώδης αποτυχία της «Πύλης της Δύσεως» μπορεί με τα χρόνια να ανατράπηκε τουλάχιστον για όσους σήμερα πιστεύουν πως πρόκειται για ένα υποτιμημένο αριστούργημα από τα λίγα που τόλμησε ποτέ να κάνει το Χόλιγουντ, αλλά ήταν τόσο ηχηρή που ο Μάικλ Τσιμίνο δεν ακούστηκε για όλα τα επόμενα χρόνια παρά μόνο για το πόσο οι πλαστικές είχαν παραμορφώσει το πρόσωπό του ή για το αν τελικά ήταν αληθινές οι φήμες που τον ήθελαν να έχει κάνει αλλαγή φύλου.

Από τις τέσσερις ταινίες που γύρισε μετά την «Πύλη της Δύσεως», αξιομνημόνευτο είναι μόνο το «Year of the Dragon» του 1985 με τον Μίκι Ρουρκ, ενώ σημαντικότερες είναι οι ταινίες που δεν κατάφερε να γυρίσει ποτέ: όπως το «Εγκλημα και Τιμωρία» από το ομώνυμο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, το «Handcarved Coffins» του Τρούμαν Καπότε, μια ακόμη μεταφορά του «The Fountainhead» της Αϊν Ράντ, μια βιογραφία της Τζάνις Τζόπλιν.

Δεν κάνω ταινίες για το πνεύμα. Δεν κάνω ταινίες για να περάσω ένα μήνυμα. Κάνω ταινίες για να πως ιστορίες για τους ανθρώπους

Την είδηση του θανάτου του Μάικλ Τσιμίνο στα 77 (;) του χρόνια έκανε γνωστή ο Διευθυντής του Φεστιβάλ Καννών, Τιερί Φρεμό γράφοντας στο λογαριασμό του στο Twitter: «Ο Μάικλ Τσιμίνο πέθανε ήσυχα, περιτρυγιρισμένος από τους κοντινούς του ανθρώπους και τις δύο γυναίκες που τον αγάπησαν. Τον αγαπάμε και εμείς».

Κυρίως, θα προσθέταμε, γιατί υπήρξε αμετανόητα ξεχωριστός και πίσω από κάθε μικρή ή μεγάλη φήμη που τύλιξε την προσωπικότητά του και το έργο του όλα αυτά τα χρόνια ένας απίστευτα αυθεντικός δημιουργός. Οσα χρειάζεται να ξέρουμε – όπως θα έλεγε και ο ίδιος – για τη ζωή του, τα πιστεύω του και τη φιλοσοφία της ζωής του βρίσκονται μέσα στα βασανισμένα λεπτά της όχι πάντα δίκαια άτυχης φιλμογραφίας του.