Μόνιμος «εφιάλτης» η ανεργία Εκτός κοινωνίας θέτουν τους ανέργους οι κυβερνητικές πολιτικές

Παγιώνεται στο 27% και για το 2015 σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ

Σε έναν μόνιμο «εφιάλτη» της ελληνικής κοινωνίας έχει μετατραπεί πλέον η ανεργία με τα υψηλά ποσοστά της να δείχνουν τάσεις παγίωσης. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες εκτιμήσεις του υπουργείου Εργασίας, το ποσοστό της ανεργίας βρίσκεται στη χώρα μας στο 27,5%, ενώ σύμφωνα με την έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης που δόθηκε χθες στην δημοσιότητα, οι προοπτικές παραμένουν δυσοίωνες και για τον επόμενο χρόνο, αφού υπολογίζεται οριακή μόνο πτώση μισής μονάδας στο 27%. Τα διάφορα προγράμματα και εξαγγελίες της κυβέρνησης μοιάζουν ανίσχυρα να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, ενώ οι ίδιοι οι άνεργοι βιώνουν στο πετσί τους τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Την στιγμή που ο αριθμός των ανέργων κυμαίνεται σε επίπεδα τα οποία, πάντα σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις, αγγίξουν σχεδόν το ενάμιση εκατομμύριο, δύο καινούρια παράλληλα προγράμματα για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων από το υπουργείο Εργασίας, που στην ουσία αφορούν σε πεντάμηνες «μαθητείες», αλλά και οι απανωτές εξαγγελίες κυβερνητικών στελεχών και του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά για αντιμετώπιση του προβλήματος, μοιάζουν να βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου, αφού μέχρι στιγμής δείχνουν στην πράξη ότι δεν καταφέρνουν να αντιστρέψουν την κατάσταση.

Τα υψηλά ποσοστά της ανεργία είναι πρακτικά αδύνατον να πέσουν όσο διαρκεί η οικονομική ύφεση, από την οποία τροφοδοτούνται αλλά και ανατροφοδοτούν στη συνέχεια. Οι «στρατιές» των ανέργων έχουν χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για μια δίχως έλεος επίθεση σε μισθολογικά και εργασιακά δικαιώματα, λειτουργώντας ως μια διαρκείς απειλή για κάθε εργαζόμενο και όποιον αναζητά εργασία. Ταυτόχρονα όμως, από την ύπαρξη αυτών των τόσο μεγάλων ποσοστών κινδυνεύει όχι μόνο η ίδια η οικονομία αλλά και η κοινωνική συνοχή, αφού ο άνεργος καθίσταται ανενεργός όχι μόνο σε εργασιακό επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό, ζώντας στο περιθώριο αφού στερείται των εσόδων που θα του εξασφαλίσουν όχι απλώς επιβίωση αλλά τους πόρους να δραστηριοποιηθεί κοινωνικά και πολιτικά.

Εύλογα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί πως μπορούν να διατηρούνται αυτά τα ποσοστά και αυτοί οι αριθμοί για τόσα χρόνια, αν παραγνωρίσει τον ρόλο που έχει παίξει σε όλη αυτή την κατάσταση η ελληνική οικογένεια. Εν τη απουσία λοιπόν κοινωνικών και πολιτειακών δομών να υποστηρίξουν τα εκατομμύρια των ανέργων, για άλλη μια φορά ο θεσμός της οικογένειας ανέλαβε να υποκαταστήσει την πολιτεία, αναλαμβάνοντας να συντηρήσει τα άνεργα μέλη της. Ίσως τελικά εκείνη η φράση του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου «τουλάχιστον ένας εργαζόμενος ανά οικογένεια» να αποδείχθηκε όχι μόνο προφητική αλλά και μακάβρια ρεαλιστική.

Δεν πρέπει όμως να ξεχάσουμε και τον ρόλο τον οποίο παίζει η μαύρη εργασία, δηλαδή η εργασιακή εκμετάλλευση δίχως κανένα νομοθετικό ή άλλο προστατευτικό πλαίσιο. Και δεν αναφερόμαστε προφανώς σε όλους όσοι αναγκάζονται να κάνουν και μια δεύτερη ή και μια τρίτη εργασία προκειμένου να καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα, αλλά σε όλους αυτούς που προκειμένου να παραμένουν άνεργοι δέχονται να εργαστούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιαδήποτε αμοιβή, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση

Από την απουσία ουσιαστικών ελέγχων, αφού μόλις πρόσφατα αποφασίστηκε να μην προαναγγέλλονται οι έλεγχοι των κλιμακίων του υπουργείου Εργασίας, και με τα ποσοστά της αδήλωτης εργασίας να φτάνουν το 25%, είναι προφανές ότι το υπουργείο γνωρίζει και αναγνωρίζει την κατάσταση αυτή, ως αναγκαία ίσως προϋπόθεση για να μην υπάρξουν κοινωνικές προστριβές, ίσως και με μια κρυφή ελπίδα ότι μπορεί έτσι να επέλθει ακόμη και οικονομική ανάπτυξη. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο ΑΕΠ της χώρας προσμετρούνται πλέον και τα έσοδα από ναρκωτικά, λαθρεμπόριο και πορνεία, γιατί όχι και αυτά από την μαύρη εργασία;

Πράγματι, με προγράμματα καταπολέμησης της ανεργίας που προσφέρουν «απασχόληση» σε «ωφελούμενους» και όχι «εργασία» σε «εργαζόμενους», ενίοτε σε συνδυασμό με κάποιου είδους «κατάρτιση» και αμοιβή στα όρια του «χαρτζιλικιού» ή του επιδόματος ανεργίας, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι έχει βρει την φόρμουλα για την ανάπτυξη της εργασίας. Από την άλλη, τα επιδόματα ανεργίας, τα οποία σύμφωνα με τις ίδιες τις κυβερνητικές εκτιμήσεις λαμβάνει μόνο ο ένας στους δέκα ανέργους, εξαιτίας των πολύ περιοριστικών προϋποθέσεων που ισχύουν, ελάχιστα μπορούν να ανακουφίσουν ένα μικρό ποσοστό ανέργων.

Θα ήταν αφελές να ισχυριστεί κανείς ότι το πρόβλημα της ανεργίας μπορεί να λυθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να ξεπεραστεί με κάποιο τρόπο η οικονομική ύφεση. Στην τελική είναι και τα δύο παιδιά του ίδιου πατέρα, του καπιταλιστικού τρόπου διαχείρισης των μέσων παραγωγής και άρα κατ’ επέκταση της αντιμετώπισης της ίδιας της εργασίας ως «προϊόντος». Για το λόγο αυτό και πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι κάθε φορά που ακούμε για «προγράμματα απασχόλησης και απόκτησης δεξιοτήτων» ή εξαγγελίες για «700.000 θέσεις εργασίας έως το 2020» του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, όπως ειπώθηκε προεκλογικά πριν τις αυτοδιοικητικές και ευρωεκλογές του Μαΐου. Τέτοια ημίμετρα μόνο προσωρινά μπορούν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν για να δώσουν οριστική λύση στο πρόβλημα της ανεργίας.

Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από την σκληρή πραγματικότητα της πολιτικής των απολύσεων και διαθεσιμοτήτων σε δημόσιο, που αποτελούν και μνημονιακή υποχρέωση της χώρας μας, ενώ η «βελόνα» της ανεργίας δεν λέει να πέσει με τίποτα. Εφαρμόζοντας μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, όπου τον ρόλο της ζήτησης αναλαμβάνει η διεκδίκηση εργασίας, μοιραία η προσφορά θα εμφανιστεί όταν η τιμή είναι «κατάλληλα» χαμηλή, σε ποσά τουλάχιστον που θα θυμίζουν χώρα των Βαλκανίων. Ίσως η κρίση να μας έδειξε με τον τρόπο της ότι τελικά δεν είμαστε τόσο «ευρωπαίοι» όσο πιστεύαμε. Έτοιμες λύσεις δυστυχώς δεν υπάρχουν, τουλάχιστον όσο ακολουθείται ακριβώς η ίδια πολιτική και ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στην εξουσία. Αυτό όμως το οποίο καταλαβαίνει κάθε Έλληνας, είτε εργάζεται είτε όχι, είναι ότι η πίεση που ασκείται πλέον σε όλη την κοινωνία είναι ασφυκτική και τα όρια έχουν φανεί προ πολλού.

 

Κώστας Καρακώστας