Παράλληλη αύξηση υποσιτισμού και παχυσαρκίας

Παρά την πτώση του αριθμού των ατόμων που αντιμετωπίζουν καθημερινά την πείνα το διάστημα 2010-2014, ένας στους τρεις του παγκόσμιου πληθυσμού υποσιτίζεται, ενώ παράλληλα την ίδια περίοδο, η παχυσαρκία εξαπλώθηκε ακόμη περισσότερο σε ολόκληρη την υφήλιο, ανακοίνωσε την Τρίτη διεθνές ινστιτούτο διατροφικής ασφάλειας. Το Διεθνές Ερευνητικό Ινστιτούτο για τη Διατροφική Πολιτική έκανε λόγο για περίπου 160 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών, που έχουν μικρότερο ύψος από το προβλεπόμενο για την ηλικία τους λόγω κακής διατροφής και έναν στους δώδεκα ενηλίκους που πάσχει από διαβήτη τύπου 2. Η συχνότητα εμφάνισης διαβήτη σε ενηλίκους αυξήθηκε σε 185 χώρες, ενώ παρέμεινε σταθερός ή μειώθηκε σε μόλις πέντε κράτη.

Σύμφωνα με την Κορίνα Χοκς, που συμμετείχε στη συγγραφή της σχετικής αναφοράς, το πρόβλημα του υποσιτισμού λαμβάνει πολλές μορφές και επηρεάζει όλον τον πλανήτη, ανεξάρτητα από την οικονομική ευμάρεια, σε αντίθεση με την εικόνα που θέλει μόνο τις αναπτυσσόμενες χώρες να βρίσκονται αντιμέτωπες με τέτοιου είδους προβλήματα. «Η συνύπαρξη διατροφικών προβλημάτων με την ακραία στέρηση και την παχυσαρκία αποτελεί το πραγματικό πρόσωπο του υποσιτισμού», τόνισε η ίδια. Δύο δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως δεν προσλαμβάνουν τις απαραίτητες βιταμίνες και άλλα θρεπτικά συστατικά και περίπου 1,9 δισ. ενήλικοι είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Η θνησιμότητα στις παιδικές ηλικίες κάτω των πέντε ετών οφείλεται κατά 45% στον υποσιτισμό. Σε πέντε μεγάλες αναπτυσσόμενες χώρες, στο Μπανγκλαντές, στη Δημοκρατία του Κονγκό, στην Αιθιοπία, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν, το ποσοστό των παιδιών κάτω των πέντε που έχει το προβλεπόμενο ύψος και βάρος για την ηλικία του αγγίζει το 43-48%.

Για ένα σύνολο χωρών με ταχύτατα αυξανόμενους πληθυσμούς, ο παιδικός υποσιτισμός μπορεί να αποτελέσει πραγματική πρόκληση, καθώς τα παιδιά αυτά δεν θα αποκτήσουν πλήρη φυσική και διανοητική δυνατότητα, έγραφε η αναφορά που δημοσιεύθηκε πριν από μία σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για την εγκαθίδρυση νέων στόχων βιώσιμης ανάπτυξης, προκειμένου να μειωθεί διεθνώς η φτώχεια.

Προγράμματα διατροφής

Οι ειδικοί ερευνητές του Διεθνούς Ινστιτούτου υποστήριξαν ότι όλες οι κυβερνήσεις πρέπει να διαθέσουν περισσότερο από το 1,3% του προϋπολογισμού τους για προγράμματα σχετικά με τη διατροφή, επειδή «ένα δολάριο που έχει επενδυθεί στη διατροφή προσφέρει επιστροφή έως και 16 δολαρίων σε οικονομικά οφέλη χάρη στην αυξημένη παραγωγικότητα και τα λιγότερα έξοδα για την παροχή ιατρικής φροντίδας. «Οι άνθρωποι δεν φτάνουν στις πλήρεις δυνατότητές τους εάν δεν ξεπεράσουν πρώτα τον υποσιτισμό», υπογράμμισε ο επικεφαλής συγγραφέας της αναφοράς, Λόρενς Χαντάντ. «Δεν κινδυνεύουν μόνο οι ζωές όσων υποσιτίζονται, αλλά επηρεάζεται και η μεγαλύτερη εικόνα της οικονομικής μεγέθυνσης και της βιώσιμης ανάπτυξης», συμπλήρωσε ο ίδιος.

πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή»