Νέα δεδομένα για Κάρτα Σίτισης, επίδομα ενοικίου και δωρεάν ρεύμα

Τη συνέχιση των προγραμμάτων καταπολέμησης της ανθρωπιστικής κρίσης έως το τέλος του έτους, μετά και τη λήξη της παράτασης που έχει δοθεί και η οποία ολοκληρώνεται στις 30 Ιουνίου, προσανατολίζονται να προωθήσουν οι υπηρεσίες Πρόνοιας του υπουργείου Εργασίας. Η νέα παράταση στην Κάρτα Σίτισης, το επίδομα ενοικίου και του δωρεάν ρεύματος θα προβλέπει και εξαιρέσεις.

Η διαφοροποίηση, όπως αναφέρει το dikaiologitika.gr, σε σχέση με το σημερινό καθεστώς είναι, ότι η επιδότηση σίτισης, μέσω της Κάρτας Αλληλεγγύης, η επιδότηση ενοικίου και η δωρεάν παροχή ηλεκτρικού ρεύματος θα συνεχίσουν να χορηγούνται στους πολίτες οι οποίοι διαβιούν στους δήμους που δεν θα επιλεχθούν να συμμετάσχουν στη β’ πιλοτική φάση εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης. Ο λόγος είναι ότι έτσι, επιλέγει το υπουργείο Εργασίας να στηρίξει και όσους μείνουν εκτός του συγκεκριμένου προγράμματος, που θα αποτελέσει στο εξής τη βάση της προνοιακής πολιτικής της κυβέρνησης. Είναι γνωστό ότι από τα μέσα Ιουλίου και μετά το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, πρόκειται να εφαρμοστεί σε 30 δήμους από τις 13 περιφέρειες όλης της χώρας, με βάση τους επίσημους δείκτες φτώχειας και ανεργίας.

Για τους υπόλοιπους τα προγράμματα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης θα συνεχιστούν, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η στήριξη και εκείνων που διαβιούν σε άλλους δήμους από αυτούς που θα επιλεχθούν για το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη επέκταση θα είναι προσωρινή και θα διαρκέσει έως το τέλος του έτους. Στο πλαίσιο αυτό, θα υπάρξει επανακαθορισμός των δικαιούχων, που έχουν δημιουργήσει το σχετικό μητρώο, σε μια προσπάθεια να γίνει πιο δίκαιη η χορήγηση των παραπάνω παροχών. Όλα αυτά όμως θα έχουν προσωρινό και περισσότερο προπαρασκευαστικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο της επέκτασης του προγράμματος. Με βάση τη μνημονιακή δέσμευση, από την 1.1.2017 και μετά, το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, θα εφαρμοστεί καθολικά σε όλους τους δήμους της χώρας, με προοπτική να ωφεληθούν από αυτό τουλάχιστον 700.000 πολίτες, που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.