Δ. Κωνσταντόπουλος: «Η προσφυγική κρίση αφορά τη διεθνή κοινότητα»

 

«Εδώ και αρκετούς μήνες παρακολουθούμε τη γιγάντωση μιας ανθρώπινης τραγωδίας. Χιλιάδες άνθρωποι από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν εισέρχονται στην Ελλάδα με την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής. Αυτό είναι το καλύτερο σενάριο για όλους όσοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από τις βάρκες του θανάτου των δουλεμπόρων που λαθραία διέρχονται στο Αιγαίο.

Η αύξηση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη έχει οδηγήσει στην αύξηση των ακραίων φωνών της Ένωσης. Πληθαίνουν όσοι από το μπλοκ των χωρών της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) υποστηρίζουν ότι πρέπει να ανακοπούν οι ροές, υπονομεύοντας με αυτόν τον τρόπο την προσπάθεια διαμόρφωσης κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη σοβαρής συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία προκειμένου να δημιουργηθούν πλωτά κέντρα καταγραφής και ελέγχου στην Τουρκική ακτογραμμή ή να οριστούν χερσαίες διαδρομές που δεν θα μετατρέπουν τον πρόσφυγα και τον παράτυπο μετανάστη σε ναυαγό, επιδεινώνει την κατάσταση. Προσπαθεί ο κ. Ερντογάν να συνδέει το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα με την ατζέντα του για τις ενταξιακές διαδικασίες της Τουρκίας. Επιθυμεί, προφανώς, να αναγορευθεί προνομιακός συνομιλητής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ικανός να παίξει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις της Ένωσης με τις μουσουλμανικές χώρες αλλά και να αποτελέσει αντίβαρο στη Ρωσική Ομοσπονδία και τις επεμβάσεις της στη Μέση Ανατολή, σε βάρος όμως της Ελλάδας

Αποτελεί πληγή για την Ευρωπαϊκή Ένωση η αδράνεια που έχει επιδείξει μέχρι σήμερα στις πολιτικές αποφάσεις της αναφορικά με αυτό το βαθιά ανθρωπιστικό ζήτημα. Περιφερειακές διασκέψεις χωρίς την Ελλάδα, την κατεξοχήν χώρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών αλλά και συζητήσεις περί εξόδου της από τη Ζώνη Σένγκεν, δε συνάδουν σε καμία περίπτωση με το ευρωπαϊκό όραμα και τις αρχές στις οποίες αυτό έχει θεμελιωθεί. Όσον αφορά δε στους ελληνικούς χειρισμούς, ήταν ολέθριο λάθος η διασύνδεση της οικονομικής διαπραγμάτευσης με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και οι απειλές από την Ελληνική Κυβέρνηση περί μονομερών ενεργειών. Η προσφυγική κρίση αφορά τη διεθνή κοινότητα και αυτή πρέπει να είναι η βάση των συζητήσεων από την πλευρά της χώρας μας.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη διαμέσου της Προέδρου της κ. Φώφης Γεννηματά έχει ζητήσει τη σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών προκειμένου να διαμορφωθεί μια εθνική στρατηγική για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό. Χρειάζεται άμεσα μια κοινή στρατηγική που να βασίζεται, μεταξύ άλλων στους παρακάτω άξονες:

  • Σύγκληση Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για το προσφυγικό ως ένα ζήτημα τεράστιας ανθρωπιστικής σημασίας για τη διεθνή κοινότητα.
  • Απαράβατη εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης του 1951 από όλες τις χώρες της Ένωσης, που προβλέπει την ελεύθερη μετακίνηση των προσφύγων αλλά και του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου του 1967 που επεκτείνει την ιδιότητα του πρόσφυγα σε όλο τον κόσμο.
  • Ενεργοποίηση Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξάρθρωση των δουλεμπορικών κυκλωμάτων.
  • Δημιουργία ασφαλών ζωνών διαβίωσης στις χώρες αυτές, προκειμένου να συγκρατηθούν οι ροές.
  • Δημιουργία πλωτών κέντρων καταγραφής και ελέγχου στην Τουρκική ακτογραμμή.
  • Αναθεώρηση του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, ώστε να προβλεφθεί μια δικαιότερη κατανομή των προσφύγων και των μεταναστών βάσει του πληθυσμού, του ΑΕΠ και του δείκτη ανεργίας κάθε χώρας.

Η συμφωνία της Προέδρου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης με τον Πρόεδρο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για τη διοργάνωση στην Αθήνα Διάσκεψης των Σοσιαλιστικών Κομμάτων των Βαλκανίων για το μείζον αυτό ανθρωπιστικό ζήτημα, μπορεί να αποτελέσει το αναγκαίο εφαλτήριο για τη διαμόρφωση μιας κοινής Ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Ευρώπη έχει χρέος να ανταποκριθεί σ’ αυτή τη μεγάλη πρόκληση με τρόπο προοδευτικό. Να μην κωφεύσει. Να μη μετατρέψει το Αιγαίο σε αποθήκη ψυχών και υγρό τάφο για τις ευρωπαϊκές αξίες, την Ελλάδα σε φυλακή απεγνωσμένων μεταναστών και προσφύγων και την ίδια σε μια φοβική και εσωστρεφή ήπειρο που θα αποδεχθεί την επικυριαρχία των εθνικιστικών φωνών που οραματίζονται τη διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.