Υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τους οπλίτες – Τι αλλάζει στην θητεία

Υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο «ρύθμιση θεμάτων μεταθέσεων οπλιτών μέριμνας προσωπικού και άλλες διατάξεις» Με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μετά από εμπεριστατωμένη συζήτηση στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή, καθώς και στην Ολομέλεια, υπερψηφίστηκε την Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016, από την Ολομέλεια της Βουλής, το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας: «Ρύθμιση θεμάτων μεταθέσεων οπλιτών, μέριμνας προσωπικού και άλλες διατάξεις», το οποίο εισηγήθηκε ο Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Άμυνας Δημήτρης Βίτσας, στο πλαίσιο του νομοθετικού έργο που προωθεί η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ. Αρκετά άρθρα του Σχεδίου Νόμου έγιναν δεκτά χωρίς αρνητική τοποθέτηση από οποιοδήποτε κόμμα, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των άρθρων υπερψηφίστηκε με πολύ περισσότερες ψήφους από αυτές που έλαβε το Νομοσχέδιο επί της αρχής.

Προηγήθηκε ένας κύκλος συζητήσεων στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής με τη συμμετοχή και κοινωνικών φορέων, για πρώτη φορά σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Ειδικότερα ρυθμίζονται τα παρακάτω: – Καθιερώνεται ένα αντικειμενικό σύστημα μεταθέσεων των οπλιτών για όλους τους Κλάδους, με τη θέσπιση ενός διαφανούς συστήματος μοριοδότησης, που μπορεί να ελέγχεται από τους ίδιους τους οπλίτες αλλά και από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. –  Η στρατιωτική θητεία συνδυάζεται και με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Οι οπλίτες ιατροί θα μπορούν ταυτόχρονα να υπηρετούν τη θητεία τους, αλλά και να εκπληρώνουν την υποχρέωση αγροτικού ιατρού με την προβλεπόμενη από το Υπουργείο Υγείας αμοιβή. Αντίστοιχα θα μπορεί να γίνεται και για άλλες επιστημονικές ειδικότητες. – Τακτοποιείται στρατολογικά, ποινικά και διοικητικά μεγάλος αριθμός ανυπότακτων, εφόσον έχουν ήδη ή πρόκειται να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Διαγράφονται τα πρόστιμα των 6.000 ευρώ και κλείνουν οι ποινικές υποθέσεις. Οι διατάξεις αυτές αφορούν και τους αντιρρησίες συνείδησης. Ειδικά για τους ανυπότακτους άνω των τριάντα πέντε ετών, μειώνεται ο χρόνος τον οποίο υποχρεωτικά πρέπει να υπηρετήσουν, προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα εξαγοράς του υπολοίπου της θητείας. – Με σειρά διατάξεων αντιμετωπίζονται θέματα μέριμνας υπέρ του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων. Αφορούν κυρίως προσωπικό που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας στο οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά αποκαθίστανται και αδικίες ή παραβλέψεις. – Ρυθμίζεται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης και για τους γονείς που τελούν σε διάζευξη ή διάσταση ή είναι άγαμοι και καταβάλλουν διατροφή. Παύουν πλέον να αντιμετωπίζονται σαν να μην είχαν παιδιά.

Η γονική ιδιότητα προφανώς συνεχίζει να υπάρχει και μετά από ένα διαζύγιο. – Επεκτείνεται το ευεργέτημα της εργασιακής αποκατάστασης των μελών της οικογενείας του πεσόντος από ένα σε δύο άτομα. – Αντιμετωπίζονται για πρώτη φορά ενιαία τα στελέχη του Στρατού Ξηράς και εξασφαλίζεται ισότητα στο δικαίωμα πρόσβασης και σίτισης σε όλες τις στρατιωτικές λέσχες. – Θεσμοθετείται Γραφείο Στήριξης Οπλιτών, που υπάγεται απευθείας στους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων. Σκοπός του είναι κατ’ αρχήν η παροχή συναισθηματικής και ψυχολογικής στήριξης. – Ρυθμίζονται θέματα εκπαίδευσης και λύνονται πρακτικά προβλήματα που υπήρχαν αλλά γίνονται και ουσιαστικές παρεμβάσεις. Για πρώτη φορά το μόνιμο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων αντιμετωπίζεται ενιαία.

Παρέχεται το δικαίωμα απόκτησης γνώσεων σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο και στους υπαξιωματικούς. – Δίνεται η ευκαιρία σε νεαρούς αξιωματικούς να μη σταματήσει η σταδιοδρομία τους στην ηλικία των είκοσι πέντε και των τριάντα ετών, με την επαναφορά των βαθμολογιών στην κλίμακα που ίσχυε από το 1996 για τα υποχρεωτικά στρατιωτικά σχολεία. – Με σχετική τροπολογία του ΑΝΥΕΘΑ διευκολύνεται η ολοκλήρωση της ναυπήγησης των δύο πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού που βρίσκονται στα Ναυπηγεία Ελευσίνας, όπως επιβάλλουν οι επιχειρησιακές ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού. -Καθορίζεται ότι η φοίτηση στις σχολές Υπαξιωματικών είναι τριετής. Αναβαθμίζεται έτσι η εκπαίδευση στα ΑΣΣΥ.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΚΤΕΝΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΩΘΟΥΝΤΑΙ

ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΙΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΥΕΘΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΙΤΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Ο ΑΝΥΕΘΑ Δημήτρης Βίτσας κατά την εισαγωγική του ομιλία στην Ολομέλεια τόνισε ότι τα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων αφορούν όλη την κοινωνία, «τόσο στο επίπεδο αποτροπής από εξωτερική απειλή, όσο και στο επίπεδο της οικονομικής ανασυγκρότησης, με βάση την αμυντική βιομηχανία, αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής προσφοράς σε δύσκολες συνθήκες, όπως είναι οι φυσικές καταστροφές, το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα, η αλληλεγγύη στους αδίκως πάσχοντες και άλλα». Και πρόσθεσε: «Οι άνθρωποι που υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι αξιωματικοί, οι υπαξιωματικοί και οι οπλίτες, δεν είναι ούτε μπορεί ποτέ να θεωρηθούν κλειστός κύκλος. Ζουν μέσα στην κοινωνία, έχουν τα ίδια προβλήματα με τους άλλους πολίτες και ιδιαίτερα σε καιρό ειρήνης πρέπει να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα εργασιακά και κοινωνικά.

Μπορούμε, όμως, με σχετική άνεση να ισχυριστούμε πως οι περισσότερες διατάξεις του νομοσχεδίου εντάσσονται σε αυτό που μπορεί να αποκληθεί “επανάσταση του αυτονόητου”. Παραδείγματος χάρη, η πρόσκληση φορέων στην Επιτροπή – και είναι η πρώτη φορά που προσκλήθηκαν φορείς σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας – αφ’ ενός ενίσχυσε τη δημοκρατικότητα των θεσμών, αφ’ ετέρου ανέδειξε τη στενή σύνδεση κοινωνίας και Ενόπλων Δυνάμεων». Εξειδικεύοντας τις διατάξεις του νομοσχεδίου ανέφερε: «Έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια ρύθμισης ζητημάτων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απασχολούν ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Σίγουρα αφορούν και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου. Στα πρώτα επτά άρθρα του νόμου καθιερώνεται ένα αντικειμενικό σύστημα μεταθέσεων των οπλιτών για όλους τους κλάδους. Τυποποιούνται οι διαδικασίες και εξαλείφονται οι δυνατότητες αυθαίρετων μεταθέσεων. Συγχρόνως, αυτές οι διατάξεις είναι μια ειλικρινής ομολογία ότι αυτό που είχαμε μέχρι τα σήμερα δεν ήταν αρκετό και πολλές φορές, ούτε σωστό ήταν, ούτε δίκαιο. Αυτό που, με ευθύνη πολιτικών σχηματισμών, πολιτικών προσώπων, φορέων εξουσίας, αλλά και παραγόντων επιρροής, συντηρήθηκε επί πολλές δεκαετίες εις βάρος του οπλίτη και της οικογένειάς του.

Και είναι ενθαρρυντικό κατά την άποψή μου, ότι και κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή συμφωνήσαμε όλοι σε αυτό. Πλέον οι μεταθέσεις των οπλιτών αποτελούν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Θεσπίζεται ένα διαφανές σύστημα μοριοδότησης, που μπορεί να ελέγχεται από τους ίδιους τους οπλίτες, αλλά και από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Είναι μια προσπάθεια, ανάμεσα σε άλλες, η ελληνική πολιτεία να αφήσει πίσω ένα κομμάτι από τις πελατειακές σχέσεις και να αποσυμφορήσει συγχρόνως πολιτικά γραφεία από τέτοιου είδους αιτήματα. Είναι, συγχρόνως, μια προσπάθεια αυτοκριτικής και αυτοκάθαρσης. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι μiα προσπάθεια να απαγκιστρώσουμε την κάθε οικογένεια από το άγχος και την προσπάθεια να αναζητήσει, όταν έρθει η ώρα, τον «κατάλληλο» άνθρωπο και να σταματήσει μάλιστα μετά να ξεπληρώνει «γραμμάτια» για την καλή μετάθεση.

Ο κάθε οπλίτης θα μετατίθεται ανάλογα με τον αριθμό μορίων που συγκεντρώνει στη βάση τριών κριτηρίων: υπηρεσιακά κριτήρια, τα οποία αντιμετωπίζουν τις επιχειρησιακές ανάγκες, αλλά συγχρόνως επεκτείνονται και στις δεξιότητες και γνώσεις του οπλίτη, οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια, τα οποία είναι αυστηρά καθορισμένα και συμπληρώθηκαν -θα έλεγα- με δικές σας ορθές επισημάνσεις, αλλά και με προτάσεις της Συνομοσπονδίας, ιδιαίτερα των ατόμων με αναπηρία και τέλος αντικειμενικά κριτήρια, που σχετίζονται με τον βαθμό δυσκολίας κάθε μονάδας και που τα γενικά επιτελεία με δικές τους αποφάσεις θα καθορίσουν. Καμία παρέμβαση, καμία παράκαμψη της τυποποιημένης διαδικασίας δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή και αυτό κατά κύριο λόγο, όμως, αφορά την πολιτική βούληση». Συνεχίζοντας ο ΑΝΥΕΘΑ τόνισε: «Αρκούν όλα αυτά για να τελειώσει αυτό που ονομάζουμε στην καθομιλουμένη πια «βύσμα»;

Ναι, εφ’ όσον συνοδεύεται και από την πολιτική βούληση. Σήμερα πρέπει να πάρουμε όλοι μια καθαρή θέση: Ή δηλώνουμε τη ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση ή, αν και συμφωνούμε, στην ουσία εξακολουθούμε να παρέχουμε την ανοχή μας, να συνεχίζουμε με υποκριτικό τρόπο να καταγγέλλουμε τα ρουσφέτια, ενώ συγχρόνως εξακολουθούμε να αναζητούμε πελατειακές σχέσεις». Με την παρούσα νομοθετική παρέμβαση (άρθρα 8 έως 10), όπως τόνισε ο ΑΝΥΕΘΑ  γίνεται η αρχή για να παύσει πλέον η θητεία να αποτελεί εργασιακά ανενεργό χρόνο: «Πιστεύουμε ότι ο συνδυασμός της θητείας και με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά -όπου αυτό είναι δυνατό- και της κοινωνικής προσφοράς δεν είναι ένας ανέφικτος στόχος. Θα είναι προς όφελος του οπλίτη, προς όφελος των Ενόπλων Δυνάμεων και προς όφελος της κοινωνίας. Σε αυτά, οι οπλίτες ιατροί θα μπορούν ταυτόχρονα να υπηρετούν τη θητεία τους, αλλά και να εκπληρώνουν την υποχρέωση αγροτικού ιατρού με την προβλεπόμενη από το Υπουργείο Υγείας αμοιβή. Στις θέσεις αγροτικών ιατρών σε άγονες και δυσπρόσιτες περιοχές που δεν μπορεί το Υπουργείο Υγείας να καλύψει θα τοποθετούνται οπλίτες ιατροί, εφόσον οι δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων το επιτρέπουν (…)

Παρόμοια ρύθμιση είναι και αυτή που αφορά τους πτυχιούχους της Νομικής. Για τις υπόλοιπες εργασιακές και επιστημονικές ομάδες έχει προβλεφθεί εξουσιοδοτική διάταξη και θα επιβεβαιωθούν με αντίστοιχες ρυθμίσεις Προεδρικά Διατάγματα». Με το άρθρο 12 τακτοποιείται στρατολογικά, ποινικά και διοικητικά μεγάλος αριθμός ανυπότακτων, εφόσον έχουν ήδη ή πρόκειται να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις

. Το βασικό ευεργέτημα που παρέχει η ρύθμιση αυτή συνίσταται στην άρση των διοικητικών συνεπειών και συνεπώς στη διαγραφή του διοικητικού προστίμου των 6.000 ευρώ, αλλά και στην παύση των ποινικών διώξεων. «Οι διατάξεις αυτές, τόνισε ο ΑΝΥΕΘΑ, αφορούν και τους αντιρρησίες συνείδησης. Με αυτή τη διάταξη αλλάζουμε τη λογική προσέγγισης των ανυπότακτων, οι οποίοι σήμερα είναι περίπου τριάντα χιλιάδες. Από τη λογική των αντικινήτρων περνάμε στην παροχή κινήτρων, ώστε να υπηρετήσουν αυτοί που είναι ανυπότακτοι, να αυξηθεί η στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεων, να απαλλαγούν όσοι υπηρετήσουν από τα όντως υψηλά πρόστιμα, τα οποία και επανεξετάζουμε. Βεβαίως, συγχρόνως θα απαλλαγούν τα στρατιωτικά δικαστήρια από ένα μεγάλο όγκο υποθέσεων που χρονίζουν.

Για τους ανυπότακτους άνω των τριάντα πέντε, μειώνουμε το χρόνο τον οποίο υποχρεωτικά πρέπει να υπηρετήσουν, προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα εξαγοράς του υπολοίπου της θητείας τους. Γίνονται είκοσι από σαράντα ημέρες. Αυτό είναι ένα χρονικό διάστημα που επιτρέπει στον εργαζόμενο να πάρει την άδειά του και να τακτοποιήσει αυτήν την εκκρεμότητα. Λύνεται έτσι, κατά τη γνώμη μας, το πρόβλημα πολλών ανυπότακτων, κυρίως του εξωτερικού». Ακολουθεί μiα σειρά διατάξεων μέριμνας υπέρ του προσωπικού. Αφορούν κυρίως προσωπικό που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας στο οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά αποκαθίστανται και αδικίες ή παραβλέψεις του ισχύοντος πλαισίου. Ειδικότερα, ρυθμίζεται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης και για τους γονείς που τελούν σε διάζευξη ή διάσταση ή είναι άγαμοι και καταβάλλουν διατροφή. Παύουν πλέον να αντιμετωπίζονται σαν να μην είχαν παιδιά

. Η γονική ιδιότητα προφανώς συνεχίζει να υπάρχει και μετά από ένα διαζύγιο. Επεκτείνεται το ευεργέτημα της εργασιακής αποκατάστασης των μελών της οικογενείας του πεσόντος από ένα σε δύο άτομα. Κωδικοποιούνται όλα τα είδη των αδειών σε μια απόφαση, με σκοπό το προσωπικό να ενημερώνεται εύκολα για τις άδειες που δικαιούται. Έτσι εξασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου και διακλαδική ενιαία εφαρμογή ενός τόσο ευαίσθητου τομέα της εργασιακής υπόστασης του προσωπικού. Αντιμετωπίζονται για πρώτη φορά ενιαία τα στελέχη του Στρατού Ξηράς. Εξασφαλίζεται ισότητα στο δικαίωμα πρόσβασης και σίτισης σε όλες τις στρατιωτικές λέσχες. Αυτή η ρύθμιση επεκτείνεται και στο πολιτικό προσωπικό και παύουν πλέον να υφίστανται αναιτιολόγητες διακρίσεις σε παροχές και μέριμνα. Θεσμοθετείται Γραφείο Στήριξης Οπλιτών, που υπάγεται απευθείας στους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων. Σκοπός του είναι κατ’ αρχήν η παροχή συναισθηματικής και ψυχολογικής υποστήριξης στους οπλίτες. Συγχρόνως, όμως, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των Αρχηγών των Επιτελείων για την άμεση αξιολόγηση ζητημάτων σχετικά με τη διαβίωση των οπλιτών.

Το τελευταίο μέρος του νομοσχεδίου ρυθμίζει θέματα εκπαίδευσης. Λύνονται πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, αλλά γίνονται και ουσιαστικές παρεμβάσεις. Για πρώτη φορά το μόνιμο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων αντιμετωπίζεται ενιαία. Παρέχεται το δικαίωμα απόκτησης γνώσεων σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο και στους υπαξιωματικούς σε αντικείμενα που συνδέονται με την άσκηση των καθηκόντων τους ή την ειδικότητά τους.

Κωδικοποιούνται διακλαδικά και για όλο το προσωπικό σε μία υπουργική απόφαση οι διαδικασίες επιλογής προσωπικού για εκπαίδευση σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εσωτερικού, αλλά και του εξωτερικού. Ρυθμίζεται η συμπλήρωση των κενών που δημιουργούνται στις Στρατιωτικές Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή στην ΑΣΕΙ και την ΑΣΣΥ, είτε λόγω μη προσέλευσης επιτυχόντων είτε λόγω παραίτησης, απομάκρυνσης ή αποχώρησης για οποιονδήποτε λόγο. Η διαδικασία των επιλαχόντων θα έχει αυστηρά χρονικά περιθώρια, έτσι ώστε να μη δημιουργούμε προβλήματα και στη λειτουργία των Σχολών. Καθορίζεται ότι η φοίτηση στις σχολές Υπαξιωματικών είναι τριετής. Αναβαθμίζεται έτσι η εκπαίδευση στα ΑΣΣΥ. Σε ό,τι αφορά την επαναφορά των βαθμολογιών στην κλίμακα που ίσχυε από το 1996 για τα υποχρεωτικά στρατιωτικά σχολεία, ο ΑΝΥΕΘΑ σημείωσε: «Υπήρξε ένας αρκετά μεγάλος ενδιάμεσος χρόνος για να ξαναδείτε τη ρύθμιση αυτή. Καταλαβαίνω και ως νομικός τα ζητήματα που ανέκυψαν και έχουν να κάνουν με τη φιλοσοφία του δικαίου, αλλά και τη θέση της αναδρομικότητας σε μια νομοθετική πρωτοβουλία.

Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο τροποποιήσαμε και τη μεταβατική διάταξη. Δεν μπορώ, όμως, να καταλάβω τις αμφιβολίες που εγείρονται ως προς τη σκοπιμότητα αυτής της διάταξης. Δίνουμε την ευκαιρία σε νεαρούς αξιωματικούς να μη σταματήσει η σταδιοδρομία τους στην ηλικία των είκοσι πέντε και των τριάντα ετών. Τους επιτρέπουμε να έχουν όραμα και να προσφέρουν στις Ένοπλες Δυνάμεις. Δεν μπορεί να αφήνεις στάσιμο έναν αξιωματικό που έχει μπροστά του άλλα τριάντα χρόνια υπηρεσίας, επειδή δεν πέτυχε βαθμό άνω του δεκαεπτά σε ένα σχολείο διάρκειας έξι και εννιά μηνών. Δεν είναι καν, κατά τη γνώμη μας, αξιοκρατικό».

Ο ΑΝΥΕΘΑ αναφερόμενος στην τροπολογία που κατέθεσε και αφορά στην ολοκλήρωση της ναυπήγησης των δύο πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού που βρίσκονται στα Ναυπηγεία Ελευσίνας, επισήμανε: «Για τα πλοία αυτά το ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη καταβάλει σχεδόν το 90% του τιμήματός τους, χωρίς όχι μόνο να τα έχει παραλάβει, αλλά χωρίς να βρίσκονται καν κοντά στην ολοκλήρωσή τους. Οι επιχειρησιακές ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού επιβάλλουν την άμεση ολοκλήρωση της κατασκευής τους. Με τη συμφωνία που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στο Πολεμικό Ναυτικό, την ιδιοκτησία και τους εργαζόμενους, που σήμερα καλούμαστε να κυρώσουμε, εξασφαλίζουμε την άμεση έναρξη των εργασιών κατασκευής υπό τον συντονισμό του Ναυτικού, την ολοκλήρωση της ναυπήγησης των πλοίων σε είκοσι εννιά μήνες, τον μικρό, αλλά κρίσιμο χρόνο για να αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί -και άλλα αρμόδια Υπουργεία- το ζήτημα της Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας. Συγχρόνως, το Πολεμικό Ναυτικό εξασφαλίζει την κάλυψη επιχειρησιακών του αναγκών και οι εργαζόμενοι εργασία αλλά και προοπτική από τους είκοσι εννέα μήνες και μετά».

www.dikaiologitika.gr