Όταν μετανάστες ήταν οι Ελληνες- Το 1848 καταγράφεται ο πρώτος Έλληνας που έφθασε στις ΗΠΑ

Την παλιά «πληγή» της μετανάστευσης άνοιξε και πάλι η οικονομική κρίση. Περισσότεροι από 230.000 Έλληνες, στην πλειονότητά τους νέοι πτυχιούχοι, εκτιμάται ότι εγκατέλειψαν τη χώρα κατά την τετραετία 2009-2013, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, κυρίως δε στη Γερμανία.

Το πρόβλημα της δημογραφικής «αιμορραγίας» δεν είναι καινούργιο για την ελληνική κοινωνία. Το πρώτο μεγάλο «κύμα» Ελλήνων μεταναστών καταγράφεται στα μέσα του 19ου αιώνα με την Αμερική να αποτελεί τον ισχυρότερο «πόλο έλξης».

Το 1848 καταγράφεται ο πρώτος Έλληνας που έφθασε στις ΗΠΑ μαζί με περισσότερους από 90.000 Ιρλανδούς και 50.000 Γερμανούς. Μετά το 1880, ο αριθμός των Ελλήνων που μεταναστεύουν στην Αμερική αυξάνεται σταθερά και το 1910 ξεπερνά τις 180.000. Μέχρι το 1920 η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων μεταναστών -περίπου 400.000, από το μισό εκατομμύριο που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα- βρίσκονταν στις ΗΠΑ.

Ενα τρένο δίχως μοίρα... Οταν μετανάστες ήταν οι Ελληνες

Οι περισσότεροι ήταν άντρες, ηλικίας μεταξύ 18-35 ετών, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, οι οποίοι άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Νέα Υόρκη, στις περιοχές πάνω από την κοιλάδα του Μισισίπι και κυρίως στο Σικάγο και στο Σαν Φρανσίσκο. Χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα, ομάδες 25 ατόμων ζούσαν σε ένα δωμάτιο και προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες. Κάποιοι εργάστηκαν στους σιδηροδρόμους, στα σφαγεία ή σε άλλες μικροεπιχειρήσεις, πέφτοντας συχνά θύματα εκμετάλλευσης πατρώνων που τους έπαιρναν το μεροκάματο. Αντιμετωπίζονται δε, ως υποδεέστερη φυλή, ανάξια των προγόνων της και θεωρούνται «ανεπιθύμητοι». Σημεία αναφοράς για την εχθρότητα που αντιμετώπισαν, ήταν η εκδίωξη περί των 2.000-3.000 Ελλήνων μεταναστών στη Νότιο Ομάχα της Νεμπράσκα, αλλά και η σύλληψη, κακοποίηση και καταδίκη του Έλληνα μετανάστη, Γιάννη Μασουρίδη το 1909 διότι διατηρούσε σχέσεις με 17χρονη Αμερικανίδα.

Την ίδια ώρα, πάντως, πέραν του ξενοφοβικού κλίματος κατά των «βρωμοελλήνων», όπως τους αποκαλούσαν οι ντόπιοι, συχνές ήταν οι παραβατικές συμπεριφορές των ομογενών. Σύμφωνα με το αστυνομικό δελτίο της εποχής, καταγραφόταν η εμπλοκή Ελλήνων σε παράνομες δραστηριότητες, με κυριότερη την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων, ενώ οι διανυκτερεύσεις σε αστυνομικά τμήματα μέχρι να επιβεβαιωθεί ο τόπος κατοικίας και εργασίας τους ήταν συχνό φαινόμενο.

Η εποχή της μεγάλης «εξόδου»
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πΠλεμο, η Ελλάδα βίωσε άλλη μία τραγική περίοδο της ιστορίας της. Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες αναζήτησαν μια καλύτερη ζωή μακριά από τα συντρίμμια, με τους περισσότερους να κατευθύνονται προς την Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία. Ο αναπτυγμένος βορράς είχε ανάγκη από φθηνά «εργατικά χέρια», τα οποία πρόσφερε σε αφθονία ο ευρωπαϊκός νότος. Οι χώρες όπου κατευθύνθηκε ο κύριος όγκος του μεταναστευτικού ρεύματος ήταν η Γερμανία, η Ιταλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ελβετία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Αυστρία, η Σουηδία και η Ολλανδία.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι αριθμοί για τη Γερμανία, η οποία, στο διάστημα 1960-1976, δέχθηκε περισσότερους από 623.300 Έλληνες, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο 84% του συνολικού μεγέθους της ελληνικής μεταπολεμικής μετανάστευσης στην Ευρώπη. Εάν σε αυτόν τον αριθμό, προσθέσουμε και τα μέλη των οικογενειών τους, τότε οι Έλληνες που πέρασαν τις δεκαετίες του 1960-70 από τη Γερμανία θα πρέπει να ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο.

Στο γερμανικό λεξιλόγιο θα προστεθεί η λέξη Gastarbeiter που σημαίνει «φιλοξενούμενος εργάτης», η οποία με τα χρόνια θα προσλάβει διάφορες αρνητικές ερμηνείες.

Oι Έλληνες που μετανάστευσαν στη Γερμανία ήταν κατά 85% αγρότες και μόνο το 7% προερχόταν από μεγάλες πόλεις. Tο μορφωτικό τους επίπεδο ήταν χαμηλό. Λιγότεροι από τους μισούς είχαν τελειώσει τη βασική εκπαίδευση. Aπό την άλλη πλευρά, όμως, ήταν από το πιο καλό έμψυχο υλικό που διέθετε η Ελλάδα. Tο 90% των μεταναστών ήταν ηλικίας από 18-35 ετών και η υγεία τους ήταν άριστη.

Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε κατά την προπολεμική περίοδο, όταν οι μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό αφορούσαν την Πελοπόννησο, στα μεταπολεμικά χρόνια το ισχυρότερο πλήγμα από τη μετανάστευση υπέστη η Μακεδονία, η «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας. Υπολογίζεται ότι στη δεκαετία του 1960, το 45%-50% των μεταναστών προήλθε αποκλειστικά από τη Βόρεια Ελλάδα.

Στο βορρά της Ελλάδας δεν υπάρχει σχεδόν καμία οικογένεια που να μην την αφορά η μετανάστευση στη Γερμανία. Για εκείνους που κατάφερναν να αποκτήσουν την πολυπόθητη «πράσινη κάρτα», ξεκινούσε το ταξίδι στη Γερμανία είτε μέσω Πειραιά με το θρυλικό φέρι μποτ «Κολοκοτρώνης» για το Μπρίντιζι της Ιταλίας απ΄ όπου συνέχιζαν το ταξίδι τους με το τρένο, ή αργότερα με την έκτακτη αμαξοστοιχία από τη Θεσσαλονίκη.

Οι ταξιδιώτες έφταναν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Μονάχου, στη γραμμή 11, την οποία οι Ιταλοί είχαν βαφτίσει «Γραμμή της Ελπίδας». Από εκεί προωθούνταν κυρίως στη μεταλλουργική βιομηχανία, στα εργοστάσια κατασκευής ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών ειδών, αλλά και στις χημικές βιομηχανίες από τη Νυρεμβέργη έως τη Στουτγάρδη, την Κολωνία και το Ντίσελντορφ, το Αμβούργο και το Βερολίνο».

Μερικοί από αυτούς βρήκαν πραγματικά την τύχη τους, πέτυχαν τον σκοπό τους και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς όμως έμειναν για πάντα εκεί, στη Γερμανία, τη χώρα που έγινε η δεύτερη πατρίδα γι’ αυτούς και τα παιδιά τους.

imerisia