«Έτσι μ’ έσωσε από τους ναζί ο Γλαύκος Κληρίδης» θυμάται Τ/κ αιχμάλωτος του Β’ ΠΠ

Λευκωσία: Ένας Τουρκοκύπριος και ένας Ελληνοκύπριος, και οι δύο στρατιώτες του αγγλικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αιχμάλωτοι στο ίδιο στρατόπεδο. Μια φιλία γεννήθηκε στην αιχμαλωσία, που έγινε ακατάλυτη όταν ο Γλαύκος Κληρίδης, τότε αιχμάλωτος πολέμου και μετέπειτα Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, έσωσε τη ζωή του συμπατριώτη του, Τουρκοκύπριου Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ, τον οποίο οι Γερμανοί εξέλαβαν για Εβραίο με το όνομα Αμπραχάμ.
Ο Μπεκίρ, 97 χρόνων σήμερα, σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ, ξετυλίγει τις αναμνήσεις του. Γέννημα-θρέμμα της Λεμεσού, αυτόχθων κάτοικος της πλατείας Ηρώων, ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ, μη βρίσκοντας δουλειά και προερχόμενος από φτωχή οικογένεια, αποφασίζει με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να καταταγεί στον αγγλικό στρατό.
«Πρώτα βρεθήκαμε στην Αίγυπτο και ύστερα στη Λιβύη, όπου πολεμήσαμε εναντίον των Ιταλών», αρχίζει τη διήγηση της ιστορίας του. Η δράση του μεταφέρεται στην Ελλάδα και στην περιοχή του Ολύμπου, όπου οι Γερμανοί προελαύνουν.
«Οπισθοχωρήσαμε μέχρι την Καλαμάτα, όπου με αγωνία περιμέναμε να φανούν στον ορίζοντα αγγλικά πλοία για να μας σώσουν. Και ξαφνικά, είδαμε φώτα να πλησιάζουν και αρχίσαμε να ζητωκραυγάζουμε. Σωθήκαμε», αφηγείται. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτούς η ελπίδα διαψεύδεται και μετατρέπεται σε εφιάλτη. Τα πλοία αποδεικνύονται γερμανικά και βρίσκονται περικυκλωμένοι. Οι Γερμανοί τούς αιχμαλωτίζουν.
Δύο μήνες παρήλθαν και οι αιχμάλωτοι πολέμου μεταφέρονται από τη Θεσσαλονίκη στην Τσεχοσλοβακία. Και από εκεί στο «μεγαλύτερο στρατόπεδο αιχμαλώτων, στα σύνορα Πολωνίας-Γερμανίας, όπου 34.000 στρατιώτες κρατούνται» λέει ο κ. Μπεκίρ.
Σε εκείνο το στρατόπεδο ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ συναντά τον Γλαύκο Κληρίδη. «Ήμασταν και οι δύο Κύπριοι και γίναμε φίλοι. Πολύ καλοί φίλοι. Ήμασταν τέσσερα χρόνια μαζί. Μοιραζόμασταν τα πάντα. Φαγητό, τα αποτσίγαρα που πετούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες και μαζεύαμε από χάμω» αφηγείται. «Ο Γλαύκος ήταν τέτοιος τζέντλεμαν! Χωρίς να ξεχωρίζει Τούρκους ή Έλληνες, μας αντιμετώπιζε όλους το ίδιο» προσθέτει συγκινημένος.
Με τι ασχολούνταν τις ατέλειωτες μέρες της αιχμαλωσίας, ρωτούμε. «Ήμουν ποδοσφαιριστής» μας λέει: «Έπαιξα για έναν περίπου χρόνο σε ελληνοκυπριακή ομάδα, τον Άρη Λεμεσού. Ήμουν σέντερ φορ» συμπληρώνει και μας εξηγεί ότι και στην αιχμαλωσία αυτό έκανε.Οι αιχμάλωτοι είχαν στήσει οκτώ ομάδες και ο κ. Μπεκίρ έπαιζε στην ιρλανδική ομάδα. «Δεν υπήρχαν αρκετοί Τούρκοι ή Έλληνες για να φτιάξουμε ομάδα» διευκρινίζει. Έπαιζε και ο Γλαύκος Κληρίδης ποδόσφαιρο; «Όχι, ο Γλαύκος οργάνωσε μια ομάδα πετόσφαιρας και ήμασταν πρωταθλητές. Ήμουν ο αρχηγός και ο Κληρίδης έπαιζε δίπλα μου. Ήμουν καλύτερος παίκτης από εκείνον…» λέει ο Μπεκίρ με χιουμοριστική διάθεση.

«Πέρασε καιρός. Το στρατόπεδο όπου οι Γερμανοί έκαιγαν τους Εβραίους, γυναίκες, άντρες παιδιά, ήταν σχεδόν 100 υάρδες μακριά από το στρατόπεδό μας», περιγράφει ο Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ τη φρίκη. Η μοίρα τους θα μπορούσε να είναι και δική του. Αν δεν ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης. Ένα γράμμα του αλφαβήτου κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε δύο ονόματα, Αμπραχάμ και Ιμπραχίμ. Ένα γράμμα θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου.
«Μια μέρα ένας Γερμανός με πλησίασε και μου είπε ότι με ήθελαν στα γραφεία. Ο Κληρίδης ήταν δίπλα μου και του είπα «Ρε, θέλουν να πάω στα γραφεία». Γιατί, με ρώτησε. Δεν ξέρω, απάντησα, αλλά φοβούμαι. Θα έρθεις μαζί μου; Ήταν, βλέπετε, λίγο ή πολύ ο επικεφαλής για όλους τους Κύπριους αιχμαλώτους. Θα έρθω, βέβαια, απάντησε. Και πήγαμε» αφηγείται ο κ. Μπεκίρ.
Οι Γερμανοί τού ανακοίνωσαν ότι ανακάλυψαν ότι είναι Εβραίος και θα τον κρατούσαν εκεί μέχρι νεοτέρας για το τι θα έκαναν μαζί του. «Όχι, δεν είμαι Εβραίος, είπα. Επέμεναν» θυμάται. Τότε επενέβη ο Κληρίδης. «Είπε, όχι, είναι με τον αγγλικό στρατό, δεν είναι Εβραίος. Και συνέχισαν να συζητούν και να επιμένει ο Γλαύκος, δεν είναι Εβραίος, είναι Τούρκος, είναι Ιμπραχίμ, όχι Αμπραχάμ, και με πήρε μακριά, σώζοντας τη ζωή μου» λέει ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ και κατακλύζεται από συναισθήματα. «Ο Θεός ας σώσει την ψυχή του, πέθανε. Μου έσωσε τη ζωή», μονολογεί και κλαίει.

Γιατί δεν απέδρασε μαζί με τον Κληρίδη

Ο Ιμπραχίμ Μπεκίρ θυμάται μια άλλη ιστορία στη συνέχεια. Την απόδραση του Γλαύκου Κληρίδη μαζί με έναν Γιουγκοσλάβο αιχμάλωτο, αλλά και γιατί ο ίδιος δεν τους ακολούθησε.

«Έρχεσαι μαζί μας; με ρώτησε ο Κληρίδης. Του είπα, άσε με να το σκεφτώ. Το επόμενο πρωί, ο Ιρλανδός αρχηγός της ομάδας μού υπενθύμισε ότι είχαμε ένα σημαντικό ματς να δώσουμε. Έτσι, είπα στον Κληρίδη, κοίτα, υποσχέθηκα να παίξω. Δεν μπορώ να φύγω. Και απέδρασαν με τον Γιουγκοσλάβο».

Όπως αργότερα ο κ. Κληρίδης τους διηγήθηκε, αφού περπάτησαν 3-4 μέρες στο δάσος, βρίσκονταν γύρω στην 1½ ώρα από τη θάλασσα. Πείνασαν και άνοιξαν μια κονσέρβα που είχαν μαζί τους από τα πακέτα που λάμβαναν, με αγγλική ετικέτα. Αυτό ήταν που τους πρόδωσε, γιατί μια γερμανική περίπολος βρήκε το τενεκεδάκι, τους αναζήτησε και τους εντόπισε.«Τους συνέλαβαν και τους έφεραν πίσω στο στρατόπεδο. Ήταν τόσο κοντά, αλλά τελικά βρέθηκαν πίσω μαζί μας. Και κάναμε αστεία σε βάρος τους βέβαια», λέει ο Μπεκίρ.

Δουλειά στις Φυλακές και συνάντησή του με αγωνιστές της ΕΟΚΑ

Ένα άλλο κεφάλαιο στη ζωή του Ιμπραχίμ Σαλίχ Μπεκίρ αρχίζει, ύστερα από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Άγγλος αξιωματικός του από το στρατό τον πείθει να αιτηθεί δουλειά στις φυλακές.

Η φτώχεια τον οδηγεί και αυτή τη φορά. Κάνει την αίτηση για δουλειά. Προσλαμβάνεται και στέλλεται στις Κεντρικές Φυλακές στη Λευκωσία, όπου του ανατίθενται γραφειακά καθήκοντα, όπως λέει.

Ξεσπά ο αγώνας της ΕΟΚΑ και ο Μπεκίρ συναντά στις φυλακές όχι μόνο εγκληματίες, αλλά και αγωνιστές ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία.

Συναντά τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, μετέπειτα Υπουργό Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Νίκο Σαμψών, την Ουρανία Κοκκίνου, που κρατείται στη γυναικεία πτέρυγα.Συναντά και τον Μιχαλάκη Καραολή, που θα γίνει ο πρώτος απαγχονισθείς από τους Άγγλους αγωνιστής.

Ο κ. Μπεκίρ περιγράφει πώς απέκτησε φιλικές σχέσεις με τον Γιωρκάτζη και τον Σαμψών, που ήταν νεαρός και ο Μπεκίρ διευθετεί να του ανατεθούν καθήκοντα καθαρισμού του γραφείου του προκειμένου να αποφύγει τη σκληρή δουλειά που περίμενε τους άλλους κρατούμενους.

«Είχα λίγη εξουσία για κάποια πράγματα και ο Γιωρκάτζης μου ζήτησε για παράδειγμα μια επιπρόσθετη κάρτα επισκέψεων. Δικαιούνταν μόνο μία το μήνα. Και του έδωσα. Το ίδιο έκανα και για άλλους κρατούμενους», λέει.

«Συνάντησα και τον Καραολή, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Οι Άγγλοι του υπέβαλλαν πολλές ερωτήσεις, τον ανέκριναν –όχι εγώ, εγώ δεν είχα τίποτα να κάνω με αυτό», διευκρινίζει με έμφαση.«Αλλά ο Καραολής δεν έλεγε λέξη. Του είπαν, «δώσε μας κάποιες πληροφορίες και αύριο θα είσαι ελεύθερος». Όχι, όχι, τίποτα. Πήγα και τον συνάντησα. Του είπα, αν χρειάζεσαι κάτι, αν μπορώ να βοηθήσω σε οτιδήποτε. Όχι, για τη θανατική ποινή, δεν είχα σχέση με αυτό. Αλλά αν χρειαζόταν ρούχα, κάρτα επισκέψεων, τέτοια πράγματα, θα μπορούσα να βοηθήσω. Τελικά τον απαγχόνισαν», θυμάται ο Μπεκίρ.

Φθάνει το 1960 και οι Άγγλοι ετοιμάζονται να φύγουν. «Είπαν αν κάποιος που υπηρετούσε στις φυλακές φοβάται για τη ζωή του να μας το δώσει γραπτώς και θα του δώσουμε 5 χιλιάδες λίρες. Και εγώ δήλωσα ότι φοβόμουν ότι η ζωή μου βρισκόταν σε κίνδυνο», συνεχίζει την αφήγησή του.
Τον ρωτάμε γιατί. Αφού είχε αναφερθεί σε φιλικές σχέσεις με τους αγωνιστές που βρίσκονταν στη φυλακή, ότι βοηθούσε όπως μπορούσε. Απαντά με συντομία και ευθύτητα: «Για τα λεφτά βέβαια. Δεν φοβόμουν, όλοι οι Ελληνοκύπριοι που συνάντησα έγιναν φίλοι μου. Είπα ψέματα για τα λεφτά».
Ακολούθως, πωλεί το σπίτι του στην πλατεία Ηρώων για 3 χιλιάδες λίρες και φεύγει με την οικογένειά του για το Λονδίνο, όπου εργάστηκε στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για 30 χρόνια, μέχρι την αφυπηρέτησή του.
philenews.com