Απόφαση – «σταθμός» για την επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού!

Από το Ειρηνοδικείο Καλαμάτας

Τα πάνω κάτω φέρνει η απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας που αν τελεσιδικήσει θα επιφέρει τουλάχιστον πονοκέφαλο στην κυβέρνηση και στο οικονομικό επιτελείο της. Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο Καλαμάτας δικαίωσε υπαλλήλους και διατάσσει το Δημόσιο να τους καταβάλει τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας! Εξίσου σημαντικό που συμπληρώνει το πρώτο σκέλος της απόφασης, είναι πως το Ειρηνοδικείο αντικρούει τους ισχυρισμούς περί δημοσιονομικού ελλείμματος που επέβαλαν τις περικοπές!

Η απόφαση αυτή, που δεν αποκλείεται να αποτελέσει δεδικασμένο, αφορά 5 δικαστικούς υπαλλήλους από την Καλαμάτα, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με επικεφαλής τον πρόεδρο του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων της περιοχής, Ανδρόνικο Σταυρόπουλο.

Επίσης, τους επόμενους μήνες αναμένεται και η εκδίκαση της αγωγής που έχουν καταθέσει οι μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι της Καλαμάτας στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, καθώς, αυτά τα οφειλόμενα παραγράφονται μετά τη διετία. Οι εν λόγω προσφεύγοντες δικαστικοί υπάλληλοι δικαιώθηκαν για τα επιδόματά τους για τα έτη 2014 – 2015.

Εντός της αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά, και παράγουν, κατά την επικρατούσα στη θεωρία άποψη, ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμα περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες το έχουν περισσότερη ανάγκη».

Ωστόσο, οι Αγρινιώτες με τους οποίους ήρθε σε επαφή η «Σ» ναι μεν αισθάνονται δικαιωμένοι για την έκδοση της απόφασης αυτής, ωστόσο διατηρούν ταυτοχρόνως μεγάλες επιφυλάξεις για την εφαρμογή της, καθώς, όπως επισημαίνουν, αν τελεσιδικήσει θα αποτελέσει αφορμή για να προσφύγουν στα δικαστήρια, τόσο υπάλληλοι, όσο και άλλοι επαγγελματίες, διότι θα ανοίξει τον δρόμο για την διεκδίκηση περικοπών από κάθε επαγγελματικό κλάδο, αλλά και συνταξιούχους.

Ο Γιάννης Αθανασόπουλος επισήμανε πως «θεωρώ, παρά την δικαίωσή τους πως δεν θα πάρουν τα χρήματά τους, γιατί εδώ και έξι χρόνια ο υπουργός και όλοι βγαίνουν στην τηλεόραση και λένε ότι πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικοί και για να γίνει αυτό πρέπει να μειωθεί το μεροκάματο, να μειωθούν οι μισθοί, οι συντάξεις και τα ενοίκια. Ο Ρουμάνος για παράδειγμα ένα προϊόν μπορεί να το παράγει με 1 ευρώ και εμείς με 3 ευρώ. Πως και που θα το πουλήσουμε; Γι αυτό πιστεύω ότι δεν θα γίνει τίποτα, αλλά θα μείνει ως απόφαση και μόνο».

Ο  Γιάννης Αθανασόπουλος

                                                            Ο Γιάννης Αθανασόπουλος

Ο Θεόδωρος Ρούπας σχολίασε ότι «μακάρι να πάρουν τα χρήματά τους, αλλά δεν το βλέπω και θεωρώ πως δεν θα αποτελέσει αφορμή για δεδικασμένο. Δεν υπάρχουν χρήματα στην κοινωνία για δικαστικούς αγώνες. Βλέπουμε ακόμα, πως τίποτα δεν πάει καλά και δεν τηρείται ούτε το Σύνταγμά μας. Μακάρι να εφαρμοστεί η απόφαση. Δεν γίνεται να μας κόβουν μέχρι και τις συντάξεις, αλλά πιστεύω πως θα μείνει στα χαρτιά».

Ο Θεόδωρος Ρούπας

                                                                  Ο Θεόδωρος Ρούπας

Ο Απόστολος Ράππος σημείωσε πως «δεν νομίζω ότι θα εφαρμοστεί η απόφαση. Δεν υπάρχουν χρήματα, γιατί δεν υπάρχει παραγωγή και όταν δεν υπάρχουν λεφτά δεν μπορεί κανείς να πληρώσει, πόσο μάλλον να πληρωθούν οι κύριοι από την Καλαμάτα για την απόφαση του Δικαστηρίου που, δυστυχώς, θα μείνει στα χαρτιά, δεδομένου πως βλέπουμε να μην εφαρμόζεται ούτε το Σύνταγμα. Δεν νομίζω πως θα δουν ποτέ τα χρήματά στην τσέπη τους».

Ο Απόστολος Ράππος

                                                                   Ο Απόστολος Ράππος

Στην απόφαση γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στους νόμους και στις περικοπές που επήλθαν από τα μνημόνια και επισημαίνεται από την εισηγητική έκθεση του νόμου:

«Ουδόλως προκύπτει ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και τα μόνα ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας».

«Επίσης, ακόμη και αν ήθελε κριθεί πως τα επίδικα μέτρα ήταν πρόσφορα, ο νομοθέτης όφειλε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για την επίτευξη των επιδιωκόμενων δημοσίων σκοπών. Επομένως, πριν από την κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου, οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών. Ως εκ τούτου, για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως, του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων, του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας».

«Όμως, η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας, που έχουν νομοθετηθεί σε συνέχεια των αναφερόμενων νόμων με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών, επιβαρύνει σωρευτικά την ίδια ομάδα πολιτών (μισθωτών) και, ως εκ τούτου, η επιβάρυνση αυτή είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη, ιδίως για όσους υπηρετούν στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες. Επιπλέον, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν πλήττουν, κατ’ αποτέλεσμα, στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους αφενός και τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους αφετέρου, με αποτέλεσμα οι μεν υψηλόμισθοι να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, οι χαμηλόμισθοι, όμως, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, οδηγούνται στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση καλούμενοι να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά προφανή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους».

Μάλιστα, η απόφαση καταλήγει δικαιώνοντας τους υπαλλήλους, με το αιτιολογικό ότι οι περικοπές αυτές «στερούν το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης χαμηλόμισθων Ελλήνων μισθωτών» και διατάσσει την καταβολή των δώρων και, μάλιστα, με το νόμιμο τόκο.

Κώστας Χονδρός για την εφημερίδα «Συνείδηση»