Έρχονται επώδυνες ανατροπές στο Δημόσιο

Μεγάλες ανατροπές έρχονται το επόμενο διάστημα στο Δημόσιο ώστε να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5%.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι δανειστές θα σκέφτονταν τη μείωση του στόχου από 3,5% σε 2,5% για το πλεόνασμα, αρκεί να υπήρχαν ριζικές τομές στο δημόσιο τομέα. Οι βαθιές τομές στο Δημόσιο, όπως περιγράφονται στο πέμπτο κεφάλαιο του νέου μνημονίου, βρίσκονται στο τραπέζι της παρασκηνιακής όσο και πολυπαραγοντικής διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές της χώρας, με αντάλλαγμα για την Αθήνα τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 3,5 στο 2,5% του ΑΕΠ.

Η συμφωνία με τους εταίρους μέσα στους επόμενους μήνες –στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης για το χρέος– για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά μία ποσοστιαία μονάδα είτε το 2018, είτε, το πιθανότερο, από το 2019 έχει διττή σημασία για το Μέγαρο Μαξίμου και βρέθηκε στο επίκεντρο των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός, κ. Αλ. Τσίπρας, τόσο με τον κοινοτικό επίτροπο, κ. Πιέρ Μοσκοβισί, όσο και με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, κ. Τζακ Λιου, την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα. Και τούτο, καθώς, πρώτον, απελευθερώνει πόρους της τάξης των 3 δισ. ευρώ ετησίως, ανοίγοντας τον δρόμο για περισσότερο ρεαλιστικές δεσμεύσεις εκ μέρους του πρωθυπουργού για επενδύσεις και μειώσεις φόρων.

Και, δεύτερον, διότι ακυρώνει τη στρατηγική του προέδρου της Ν.Δ., κ. Κυρ. Μητσοτάκη, που σε όλες τις διεθνείς του επαφές κινείται με το μότο «2 συν 4», που σημαίνει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 2% και 4% ρυθμούς ανάπτυξης. Παράλληλα σύμφωνα με την «Καθημερινή», οι παρεμβάσεις στον δημόσιο τομέα, παρά το γεγονός ότι τα φώτα της δημοσιότητας έχουν πέσει ενόψει της δεύτερης αξιολόγησης στα εργασιακά, έχουν μείζονα σημασία, για διαφορετικούς βέβαια, λόγους, τόσο για τους εταίρους, όσο και για την κυβέρνηση του κ. Αλ. Τσίπρα: Στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με προεξάρχον το Βερολίνο, παρότι αναγνωρίζεται πως η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλα βήματα στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής και έχει αποδεχθεί ένα «μόντους βιβέντι» στο μέτωπο των αποκρατικοποιήσεων, εκτιμάται πως όλες οι κυβερνήσεις από το 2009 και κυρίως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ εμφανίσθηκαν απρόθυμες έως υπονομευτικές στην ανάληψη πρωτοβουλιών για τομές στη Δημόσια Διοίκηση και δευτερευόντως στη Δικαιοσύνη, με την πρώτη να παραμένει ο «μεγάλος ασθενής».

Στον αντίποδα, για τον κ. Αλ. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ οι μεγάλες παρεμβάσεις στη Δημόσια Διοίκηση είναι ένα απευκταίο εγχείρημα, καθώς μετά και το εν εξελίξει κύμα μειώσεων στις συντάξεις, οι δημόσιοι υπάλληλοι θεωρούνται η μοναδική αξιόπιστη «σταθερά» της εκλογικής του βάσης, που κατά τα λοιπά εμφανίζει εικόνα πλήρους αποσυσπείρωσης.

Ενδεικτικά αναφέρεται πως μεταξύ των παρεμβάσεων που προβλέπονται είναι η μείωση των 25 ειδικών μισθολογίων στα μισά, η εναρμόνιση των χορηγούμενων επιδομάτων, η αξιολόγηση των ισοδυνάμων που θα παρουσιάσει η κυβέρνηση, ώστε να μην υπάρξει «πάγωμα» μισθών για την επόμενη διετία, η αύξηση της μισθολογικής διαφοράς μεταξύ υψηλόμισθων και χαμηλόμισθων και η σταθεροποίηση του μισθολογικού κόστους στο Δημόσιο, που μπορεί να συνεπάγεται «λουκέτο» σε φορείς ή κατάργηση θέσεων, δηλαδή, εμμέσως, απολύσεις.

Οπως προαναφέρθηκε, η συζήτηση για μείωση των πλεονασμάτων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στο παρασκήνιο, παρότι από τους υποστηρικτές του αιτήματος της Αθήνας έχουν υπάρξει παραινέσεις η κυβέρνηση να αποφεύγει τις δημόσιες τοποθετήσεις ώστε να μην εμφανίζεται να επιχειρεί να αναιρέσει τη συμφωνία του περασμένου Ιουλίου. «Μην εγείρετε το ζήτημα του πλεονάσματος εσείς. Αφήστε το ΔΝΤ να το κάνει για λογαριασμό σας», φέρεται να είπε ο κ. Μοσκοβισί, κατά τις επαφές του με τον κ. Τσίπρα και υπουργούς της κυβέρνησης την περασμένη Δευτέρα, και να πρόσθεσε: «Να ακολουθήσετε τακτική τζούντο. Αξιοποιήστε τη δύναμη των αντιπάλων σας υπέρ σας», φωτογραφίζοντας το Βερολίνο και δη τον υπουργό Οικονομικών κ. Β. Σόιμπλε. Πράγματι, η στάση του Βερολίνου θεωρείται εμπόδιο ώστε η συμφωνία για το χρέος και τα πλεονάσματα να μορφοποιηθεί, έστω στο γενικό της περίγραμμα τους επόμενους μήνες.

Και τούτο καθώς η γερμανική πολιτική ηγεσία επιθυμεί, ως γνωστόν, για λόγους εσωτερικής πολιτικής, οι όποιες συζητήσεις να δρομολογηθούν μετά τις γερμανικές εκλογές του φθινοπώρου του 2017. Ομως η Αθήνα εκτιμά πως στις παρασκηνιακές διεργασίες για αλλαγή του συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος θα έχει κρίσιμους συμμάχους. Ειδικότερα, ο κ. Τσίπρας προσβλέπει στη στήριξη του ΔΝΤ, της Ουάσιγκτον και της Κομισιόν, ενώ «επενδύει» παράλληλα στη ρητή επιθυμία του κ. Σόιμπλε το Ταμείο να μην αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα.

Επίσης, εκτίμηση της Αθήνας είναι ότι το Βερολίνο θα αντιληφθεί την ανάγκη στήριξης της κυβέρνησης, λόγω των γενικότερων εξελίξεων, από το Βrexit και την πολιτική αστάθεια στην Ισπανία, μέχρι τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί σε γεωπολιτικό επίπεδο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία. Σημειώνεται, τέλος, ότι τις παρασκηνιακές διεργασίες για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων που καλείται να επιτύχει η χώρα είχε αποκαλύψει ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε στον ΣΚΑΪ. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Τσίπρας είχε αναφέρει συγκεκριμένα: «Προφανώς καμία οικονομία δεν μπορεί να έχει σταθερό πλεόνασμα 3,5%, για αυτό και σε αυτή τη φάση βρισκόμαστε σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης για να δούμε πώς μετά το 3,5% το 2018 θα μπορέσουμε να φθάσουμε σε επίπεδα 1,5% με 2%». Είναι, δε, σαφές πως η αναφορά του κ. Τσίπρα στο 1,5% συνιστά αφετηρία, ώστε με τους εταίρους να επέλθει ένας έντιμος συμβιβασμός σε πλεονάσματα της τάξης του 2,5%.