Πόντες: «Εγώ θα έβγαζα τον Παναιτωλικό στην Ευρώπη»

Ο Παναιτωλικός δεν λέει να συνέλθει και το ένα ανεπιτυχές αποτέλεσμα διαδέχεται το άλλο. Ο Λιονέλ Πόντες, που έχει αποτελέσει παρελθόν, ξεσπάει στο Sport24.gr, στην πρώτη του συνέντευξη μετά το «διαζύγιο» με τους Αγρινιώτες. «Τεράστια έκπληξη που έφυγα. Εγώ θα τους έβγαζα στην Ευρώπη» υποστήριξε.

άνθρωποι του Παναιτωλικού επέλεξαν τον Λιονέλ Πόντες για διάδοχο του Μάκη Χάβου, με την ελπίδα αυτός να ανεβάσει ένα επίπεδο πιο πάνω την ομάδα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα είχαν φανταστεί και ύστερα από πέντε αγώνες στη Super League αποφάσισαν να λύσουν τη συνεργασία τους.

Ούτε με την αλλαγή προπονητή καλυτέρεψαν τα πράγματα στην ομάδα του Αγρινίου, η οποία προσπαθεί να βρει τον χαμένο της παλιό, καλό εαυτό. Με τον Γιάννη Νταλακούρα ο Παναιτωλικός έχασε με 5-1 από τον Πανιώνιο, ενώ με τον Γιάννη Μαντζουράκη αναδείχθηκε ισόπαλη (2-2) με τον Λεβαδειακό και ηττήθηκε από τον Πλατανιά 2-1 στο Αγρίνιο.

Ο Πόντες εδώ και τρεις αγωνιστικές αποτελεί παρελθόν και μέσω του Sport24.gr, με τη βοήθεια του στενού του συνεργάτη, Αλέξανδρου Μανιάτογλου, δίνει την πρώτη του συνέντευξη από τότε που αποχώρησε.

Ο Πορτογάλος τεχνικός βρέθηκε στα γραφεία του Sport24 και απάντησε σε όλα όσα ρωτήθηκε για όσα συνέβησαν το διάστημα που εργάστηκε στα «καναρίνια», μέχρι τη στιγμή του «διαζυγίου». Ο έμπειρος προπονητής εξέφρασε την έκπληξή του για την απόφαση της διοίκησης, λέγοντας ότι αυτό δεν θα συνέβαινε σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης.

Απάντησε σε όλα τα θέματα που του τέθηκαν, για τα οποία κατηγορήθηκε. Πώς ήταν οι σχέσεις του με τους παίκτες; Υπήρχε όντως θέμα φυσικής κατάστασης; Αυτός αποφάσιζε για την ενδεκάδα; Γιατί άφηνε εκτός παίκτες που πέρυσι έκαναν τη διαφορά; «Πίστευα ότι θα έβαζα το Αγρίνιο στον ποδοσφαιρικό χάρη της Ευρώπης και θα το μάθουν και άλλοι εκτός Ελλάδας» δήλωσε ο Ίβηρας τεχνικός και ξεκαθάρισε: «Ήταν τεράστια έκπληξη η αποχώρησή μου. Όχι μόνο δική μου, αλλά όλων που ήταν κοντά στον σύλλογο. Η ομάδα δεν ήταν μια μηχανή που πατάς το κουμπί και λειτουργούν όλα στην εντέλεια».

Ο Λιονέλ Πόντες με τον συνεργάτη του Αλέξανδρο Μανιάτογλου, «ανακρίνονται» από τους Δημήτρη Σαμόλη και Βασίλη Ταμπέλη στα γραφεία του Sport24Ο 43χρονος προπονητής, που ανέφερε ότι σε μερικούς μήνες, αν έμενε, θα μάθαινε ελληνικά, μίλησε και για πολλά άλλα, εκτός Αγρινίου, θέματα. Η σχολή των Πορτογάλων τεχνικών, ο Μάρκο Σίλβα, το… αποκλεισμένο ελληνικό ποδόσφαιρο, ο Κριστιάνο Ρονάλντο του οποίου ήταν προπονητής, αλλά και όσα θα έλεγε στους συμπατριώτες του για τον Έλληνα οπαδό και άνθρωπο, όπως τον έζησε.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΙΟΝΕΛ ΠΟΝΤΕΣ ΣΤΟ SPORT24.GR

– Πως έγινε η πρώτη προσέγγιση από την πλευρά του Παναιτωλικού;

«Με γνώριζαν σαν προπονητή, είχαν δει μερικά παιχνίδια μου με τη Μαρίτιμο και τους άρεσε αυτό που είδαν. Είχε ακουστεί το όνομά μου από διάφορους ατζέντηδες και τέλος έπαιξε ρόλο το δυνατό βιογραφικό. Έχω δουλέψει με τον Κριστιάνο Ρονάλντο, τον Νανί, το Ζοάο Μοουτίνιο. Ως βοηθός του Μπέτο, καταφέραμε και περάσαμε στο Euro 2012, αν και ήταν δύσκολο. Περάσαμε και στο Μουντιάλ της Βραζιλίας αν και είχαμε μέτρια παρουσία. Ήρθε η πρόσκληση από τον Παναιτωλικό μετά».

– Ήταν ο Φερνάντο Σάντος ο πρώτος άνθρωπος που μιλήσατε μετά την πρόταση από την Ελλάδα;

«Κατά πρώτο λόγο δεν ήξερα την ομάδα, αν και είχα ακούσει το όνομα. Μετά το έψαξα στο ίντερνετ. Δεν ήξερα που ήταν το Αγρίνιο. Το πρώτο που έκανα ήταν να μιλήσω με τον Φερνάντο Σάντος, για την καλή γνώση που είχε όσον αφορά στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Αυτό που μου είπε ήταν να έρθω στο Αγρίνιο, να κάνω το ταξίδι.

Μου είπε ότι είναι μία ομάδα ανεξάρτητη οικονομικά. Μία ομάδα πως τηρεί τις υποσχέσεις της και τα συμβόλαια που κάνει. Μετά μίλησα και με τον Ραφαέλ Μπρακάλι, ο οποίος ήταν τότε στην ομάδα και μου είπε τα καλύτερα λόγια για τον Παναιτωλικό. Για τις εγκαταστάσεις, για ό,τι τέλος πάντων επρόκειτο να συναντήσω».

– Η πρώτη εντύπωση από το Αγρίνιο;

«Δεν ήξερα ότι ήταν τόσο μακριά από την Αθήνα, ήταν δύσκολο το ταξίδι. Η πόλη μου άρεσε, ήταν ήσυχη και μετά γνώρισα και τους ανθρώπους του συλλόγου, οι οποίοι μου παρουσίασαν μία ομάδα πολύ οργανωμένη. Το επίπεδο ήταν αρκετό καλό, τα μέλη του τεχνικού επιτελείου λίγα, αλλά ικανά κι επαγγελματίες. Το ιατρικό επιτελείο εξαιρετικό κι ένα από τα καλύτερα που έχω δουλέψει στη ζωή μου. Δουλεύουν πολύ, έχουν καλή σχέση με τους ποδοσφαιριστές, πολύ καλές συνθήκες δουλειάς. Θετική γενικά η πρώτη εντύπωση».

– Ποιοι ήταν οι στόχοι που τέθηκαν από τη διοίκηση;

«Οι στόχοι που μου τέθηκαν είναι να πάει η ομάδα καλύτερα από πέρυσι, να καταφέρει να μπει στα play off και να βγει στην Ευρώπη, αλλά και ταυτόχρονα να βοηθήσει παιδιά από τη δεύτερη ομάδα να ανεβούν στην πρώτη, από την Κ20. Να μεταφέρω τις εμπειρίες μου, γιατί έχω δουλέψει σε ακαδημίες τα τελευταία χρόνια. Έφτασα στο Αγρίνιο 15 ημέρες πριν από την προετοιμασία και προσπάθησα κάνω ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου η ομάδα να είναι έτοιμη και να παρουσιαστούμε δυνατοί.

Όταν φτάσαμε είδαμε ότι πολλοί ποδοσφαιριστές που αποτελούσαν το βασικό κορμό της ομάδας τα δύο τελευταία χρόνια, και ειδικά πέρυσι, αποτελούσαν παρελθόν. Ο Γοδόι, ο Μαρτίνες, ο Ετζενγκέλε, ο Λάζαρ, ο Φωτάκης, ο Άλβες, ο Μορένο. Δύο εβδομάδες πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα χάσαμε και το Μαλεζά, διεθνή αμυντικό, που ήταν πολύ σημαντικός για την ομάδα όχι μόνο αγωνιστικά αλλά και εξωαγωνιστικά».

– Οι μεταγραφές ήταν επιλογές δικές σας ή της διοίκησης;

«Το κομμάτι των μεταγραφών το χειριστήκαμε και οι δύο πλευρές. Κάποιες ήταν προτάσεις δικές μου, κάποιες της ομάδας. Τις προτάσεις της ομάδας τις ανέλυα εγώ, για να δω εάν ταιριάζουν στα χαρακτηριστικά. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε δυσκόλεψε πολύ το έργο μας, κυρίως στις μεταγραφές των ξένων ποδοσφαιριστών και οι διαδικασίες ήταν πολύ χρονοβόρες σε σχέση με αυτό που θέλαμε. Για να έχετε μία ιδέα για την καθυστέρηση την οποία αναφέρω, ο Μπεχαράνο έχασε την προετοιμασία για το Κόπα Αμέρικα, ο Μάκος έχασε κάποιες ημέρες, με τον Μάρκος Πάουλο καθυστερήσαμε πολύ με τη μεταγραφή τουλάχιστον ένα μήνα, αργήσαμε να βρούμε πολύ το βασικό επιθετικό.

Τον βρήκαμε κατά τύχη τον Μαρκόβσκι. Εκμεταλλευτήκαμε ότι η Κέρκυρα υποβιβάστηκε. Ο Μαρκόβσκι ήρθε μία εβδομάδα πριν από την πρεμιέρα με τον Παναθηναϊκό. Εκείνη την εβδομάδα ήρθε και ο Ουάρντα, τον οποίον εγώ ανακάλυψα. Την προετοιμασία την ξεκινήσαμε με 10 παίκτες από την Κ20. Έθεσα ως στόχο η ομάδα να είναι έτοιμη κόντρα στον Παναθηναϊκό και είναι γεγονός ότι δείξαμε καλό πρόσωπο, αν και τα αποτελέσματα στα φιλικά δεν ήταν καλά. Η ομάδα ήταν έτοιμη και αυτό φάνηκε στον πρώτο επίσημο αγώνα».

– Υπήρχε μία περιρρέουσα αρνητική ατμόσφαιρα λόγω των αρνητικών αποτελεσμάτων στα φιλικά του καλοκαιριού. Γίνατε αποδέκτης παραπόνων;

«Δεν είχαμε τη δυνατότητα να δουλέψουμε με ποιοτικούς ποδοσφαιριστές και να τους ενσωματώσουμε στην προετοιμασία και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό είναι η προετοιμασία. Δεν κερδίσαμε κανένα φιλικό με ομάδα πρώτης κατηγορίας. Κάποιος που είναι απέξω και δεν ξέρει την ομάδα την κρίνει αρνητικά βλέποντάς τη να μην αποδίδει στα φιλικά. Αυτό δεν ίσχυε.

Οι περισσότερες ομάδες εκτός της Βέροιας είχαν τον περισσότερο κορμό από πέρυσι, άρα και συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με εμάς. Ήμασταν σίγουροι ότι η ομάδα θα ήταν προετοιμασμένη, γιατί υπάρχει και ιδιαίτερο κίνητρο. Με Ουάρντα και Μαρκόβσκι θα ήμασταν πιο δυνατοί. Με τον Παναθηναϊκό κάναμε ένα πολύ καλό ματς. Για δύο ατομικά λάθη δεν πήραμε ούτε την ισοπαλία. Την πέμπτη αγωνιστική ήμασταν στην πέμπτη θέση. Κοιτάζοντας τα στατιστικά ο Παναιτωλικός ποτέ δεν ήταν στην πέμπτη θέση μετά από πέντε αγωνιστικές».

– Πως σχολιάζετε την κακή εκκίνηση στο πρωτάθλημα;

«Μετά το πρώτο ματς είπα και στα παιδιά ότι μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου η ομάδα έπρεπε να είναι στην έβδομη θέση, ώστε να κυνηγήσει και το στόχο της Ευρώπης. Ξέραμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύκολο, γιατί είχαμε πολλούς νέους ποδοσφαιριστές και θα έπρεπε γρήγορα να δημιουργήσουμε μία ομάδα όσο το δυνατόν πιο ανταγωνιστική για να είμαστε μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου τουλάχιστον στην έβδομη θέση.

Οι ποδοσφαιριστές ανταποκρίθηκαν καλά, γιατί μετά την τέταρτη αγωνιστική ήμασταν στην τρίτη θέση και μετά την πέμπτη – παρά τη βαριά ήττα από την Καλλονή – στην πέμπτη. Όσον αφορά στη συγκομιδή βαθμών, νομίζω ήμασταν πολύ καλά.

Ο Παναιτωλικός πέρυσι έκανε την πρώτη του νίκη την 8η αγωνιστική. Κόντρα στον Αστέρα είχαμε δόση τύχης, αλλά κόντρα στον Παναθηναϊκό, δόση ατυχίας. Θα μπορούσαμε να έχουμε κερδίσει. Νικήσαμε τον Πανθρακικό με 1-0 και ο κόσμος πίστευε ότι θα έπρεπε να το κάναμε με 4-0 ή 5-0. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι άλλα γκολ, αλλά το στόχο μας τον πετύχαμε. Ήταν να πάρουμε τρεις βαθμούς.

Με τη Βέροια θα έπρεπε να είχαμε νικήσει. Η ομάδα έπαιζε καλά, δέχθηκε ένα γκολ στο 77′, αλλά μετά ισοφάρισε γρήγορα και είχε τρεις μεγάλες ευκαιρίες να βάλει και δεύτερο γκολ. Η 5η αγωνιστική μας βρήκε με βαριά ήττα από την Καλλονή, αλλά ποτέ ο Παναιτωλικός δεν ήταν στην 5η θέση μετά από πέντε αγωνιστικές».

– Γράφτηκε ότι υπήρχε εμπάθεια με τους Νοτιοαμερικάνους. Ισχύει;

«Εγώ από τη στιγμή που έφτασα προσπάθησα να περάσω στα παιδιά τη φιλοσοφία ότι παλεύουμε κάθε ματς μέχρι το τέλος για να το κερδίζουμε. Για παράδειγμα παίζαμε ψηλά. Αλλά εγώ θέλησα να αναλάβω αυτό το ρίσκο, γιατί αυτή είναι η νοοτροπία μεγάλης ομάδας. Στην ομάδα είχαμε παιδιά από 10 διαφορετικές εθνικότητες. Η ομάδα μου αποτελείται από ποδοσφαιριστές, όχι από Αργεντινούς, Βραζιλιάνους, Βέλγους. Κανείς δεν θα με αναγκάσει να βάλω κάποιον που δεν κρίνω ότι δεν είναι σε καλή κατάσταση.

Πάντα έδωσα ευκαιρίες, ακόμη και σ’ αυτούς που έκαναν λάθη, γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος για να τα διορθώσουν. Αλλά όταν μιλάς πολύ, σίγουρα δεν θα παίξεις με εμένα. Ευκαιρίες θα πάρουν οι πειθαρχημένοι, αυτοί που σκέφτονται το καλό της ομάδας. Εγώ έπαιρνα τις αποφάσεις Κι αν δεν έβαλα μερικούς, είναι γιατί έκρινα ότι δεν ήταν έτοιμοι και ζητούσα περισσότερα από αυτούς στην προπόνηση. Δεν είχα κανένα πρόβλημα με κανέναν. Όποιοι ακούστηκαν, ο Μπεχαράνο ή ο Βιγιαφάνιες, δεν έπαιξαν γιατί εγώ έκρινα ότι δεν ήταν έτοιμοι και τους είπα ότι θα τους έδινα τις ευκαιρίες. Στο κάτω – κάτω κανείς δεν υπογράφει συμβόλαιο ότι θα είναι βασικός.

Ξέρω ότι ο καθένας έχει τις φιλοδοξίες του, για παράδειγμα να πάει στην Εθνική του ομάδα ή σε καλύτερη ομάδα. Εγώ πήγα στον Παναιτωλικό για να μείνω. Είναι φυσιολογικό να υπάρχουν ποδοσφαιριστές που δεν παίζουν και δεν είναι ικανοποιημένοι γι’ αυτό. Εγώ τους είπα ότι πρώτα πρέπει να σεβόμαστε τη δουλειά μας και να είμαστε επαγγελματίες. Να περιμένουν την ευκαιρία από τον προπονητή. Προβλήματα μέσα στο σύλλογο δεν αντιμετώπισα, εάν κάποιοι μιλούσαν απέξω αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα και δεν μπορώ να το ελέγξω».

– Υπήρξε παρέμβαση στο έργο σας για την ενδεκάδα;

«Είμαι ανοικτός άνθρωπος, ακούω τις απόψεις όλων που έχουν σχέση. Συζητούσαμε πάντα μετά τα ματς. Η τελική απόφαση, ανήκε σε μένα. Ο Στεφανάκος είναι 4 χρόνια εδώ, πάντα ήταν στη σκιά του Μπρακάλι. Αυτό που μου είπε ο σύλλογος ήταν ότι ο Στεφανάκος θα έπρεπε να αξιοποιηθεί. Και γιατί τα φυσικά του προσόντα είναι καλά και γιατί πέρυσι στα τέσσερα από τα επτά ματς τα πήγε καλά. Ο Μπρακάλι δεν έμεινε, αυτός ήταν ένα λάθος που μπορούσαμε να αποφύγουμε, αν και δεν ελέγχω τα οικονομικά του συλλόγου. Πήραμε τον Κυριακίδη, που είναι έμπειρος. Είπαμε στην αρχή να παίξει ο Στεφανάκος. Θυμόσαστε το λάθος με τον Παναθηναϊκό, δεν είχε την ωριμότητα να διαχειριστεί το ματς.

Τόσο στο πρώτο γκολ, όσο και στο δεύτερο που έχει ένα μικρό μερίδιο ευθύνης. Το πιο εύκολο ήταν να πω ‘»βγες εσύ, μπες εσύ». Αλλά ήθελα να δω εάν έχει την ωριμότητα. Έπαιξε και στο ματς με τον Αστέρα. Κάνει ένα κακό 20λεπτο με κακές επεμβάσεις που θα μπορούσαν να στοιχίσουν στην ομάδα, αλλά μετά ήταν πολύ καλός. Και είπαμε ότι θα συνεχίσουμε με τον Στεφανάκο. Καλό ήταν το ματς και με τον Πανθρακικό. Με τη Βέροια κάνει ένα λάθος στο γκολ, αν και υπήρχαν πολλά λάθη γενικά μέχρι να φτάσει η μπάλα στον παίκτη της Βέροιας. Θα μπορούσε να το αποφύγει. Φτάσαμε την 5η αγωνιστική και λέμε: Τον αλλάζεις ή δεν τον αλλάζεις; Η θέση του γκολκίπερ είναι ειδική. Χρειαζόμουν να δω κάποια ματς για να δω πόσο ήταν ικανός. Αγωνίστηκε και κόντρα στην Καλλονή. Στο επόμενο ματς θα έπαιζε ο Κυριακίδης και θα έπαιρνε τόσες ευκαιρίες όσες και ο Στεφανάκος».

– Και μετά η συντριβή από την Καλλονή. Τι πήγε στραβά;

«Ο,τι και να πω δεν πρόκειται να ξεπλύνω την ντροπιαστική ήττα. Υπάρχουν μέρες που όταν για σένα πηγαίνουν όλα στραβά, για τον αντίπαλο όλα καλά. Δεν είχα πάει ποτέ στη Μυτιλήνη, δεν ήξερα που ήταν. Γεννήθηκα στη Μαδέιρα (πορτογαλική Νήσος), έπαιξα και δούλεψα εκεί και ξέρω ότι τα επίπεδα υγρασίας είναι μεγαλύτερα. Μπενφίκα, Πόρτο και Σπόρτινγκ πάντα είχαν δυσκολίες σε περιοχές όπως η Μαδέιρα.

Όλα πήγαν στραβά. Είχαμε το ταξίδι, πολλά παιδιά δε βρήκαν δωμάτιο, άργησαν πάρα πολύ, το φαγητό δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Ο Μαρκόβσκι είχε ίωση και δεν μας είπε τίποτα. Ο Ουάρντα δεν τρεφόταν καλά λόγω νηστείας και δεν έκανε καμία προπόνηση από την Τετάρτη μέχρι το Σάββατο. Θέλαμε να δώσουμε μία ευκαιρία στον Ντιέγκο Μπεχαράνο γιατί ήταν καλύτερος επιθετικά από τον Κουτρουμάνο. Μας στοίχισαν τα δύο ατομικά λάθη στα δύο πρώτο γκολ.

Χάναμε στο 30′ με 3-0 και μετά δεν δείξαμε σημάδια ζωής. Στο ημίχρονο ήταν ήδη 4-0. Ντροπιαστικό το σκορ, βάσει των στόχων και της βαθμολογικής μας θέσης. Αλλά είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Στο δεύτερο ημίχρονο καταφέραμε να ισορροπήσουμε το ματς, παρά το γεγονός ότι δεχθήκαμε και πέμπτο γκολ. Σε κάθε περίπτωση νομίζω ότι ήταν ένα μεμονωμένο αποτέλεσμα. Εκείνη τη βδομάδα είχαμε πολλά τέτοια αποτελέσματα. Η Μπαρτσελόνα έχασε από τη Θέλτα, η Μάντσεστερ Σίτι από την Τότεναμ, η Ρεάλ συνέτριψε την Εσπανιόλ. Κανείς προπονητής της ηττημένης ομάδας δεν έφυγε».

-Και εσείς να ήσασταν προπονητής στο παιχνίδι με τον Πανιώνιο, πάλι το ίδιο αποτέλεσμα εκτιμάτε ότι θα «έφερνε» η ομάδα; Την ίδια βαριά ήττα (5-1), δηλαδή;

«Είχαμε πάει στην Τρίπολη και είχαμε δει το παιχνίδι του Αστέρα με τον Πανιώνιο. Είδαμε μια ομάδα που ήταν πολύ επικίνδυνη στις αντεπιθέσεις. Ο Μπουμάλ και ο Βιγιάλμπα ήταν πολύ καλοί στην κόντρα επίθεση, αλλά θα μπορούσαμε εμείς να φέρουμε ένα θετικό αποτέλεσμα. Παρόλο που ήμουν απογοητευμένος από τα ατομικά λάθη που κάναμε και τη βαριά ήττα από την Καλλονή, για εμένα είναι σημείο καμπής τέτοιου είδους παιχνίδια. Θα μπορούσαμε να αλλάξουμε κάποιους ποδοσφαιριστές, να πιέσουμε τα αποδυτήρια. Μετά από τέτοιες ήττες καταλαβαίνεις σε ποιους παίκτες μπορείς να στηριχτείς, σε ποιους να υπολογίζεις και ποια είναι τα ελαττώματα της ομάδας. Κατά τη γνώμη μου πολύ δύσκολα θα χάναμε το παιχνίδι με τον Πανιώνιο.

Έχω περάσει στο παρελθόν από τέτοιες καταστάσεις. Με τη Σπόρτινγκ είχαμε χάσει 5-0 από τη Μπάγερν στην έδρα μας. Εκτός έδρας χάσαμε 7-1. Ούτε ο Παναιτωλικός είχε τόσο κακή ομάδα να δεχτεί πέντε γκολ, ούτε η διαφορά της Σπόρτινγκ με τη Μπάγερν ήταν επτά γκολ. Αυτά τα δύο αποτελέσματα μας είχαν βοηθήσει πάρα πολύ. Έτσι και με τον Παναιτωλικό ο καθένας θα αναλάμβανε ευθύνες και θα προχωρούσαμε. Ούτε ευθύνεται ο κ. Νταλακούρας που είχε μπροστά του ελάχιστο χρόνο να δουλέψει με τους παίκτες. Δεν ήταν θέμα φυσικής κατάστασης. Περισσότερο θέμα ψυχολογίας ήταν. Οι παίκτες έχουν συναισθήματα και αυτά εκδηλώνονται. Εγώ είδα μια ομάδα που δεν είχε κίνητρα και που ήταν σε χάλια ψυχολογική κατάσταση. Δεχόταν γκολ και δεν είχε τη δύναμη να αντιδράσει.

Πολλοί μίλησαν για φυσική κατάσταση, αλλά τον Σεπτέμβριο κάναμε ξανά εργομετρικά και τα αποτελέσματα ήταν ομοιογενή, άριστα θα μπορούσα να πω. Εκείνο ίσως στο οποίο θα έπρεπε να είχαμε δουλέψει παραπάνω είναι η εκρηκτικότητα. Αυτό το είχαμε ξεκινήσει από αρχές Σεπτέμβρη και ξέραμε ότι θα αποδώσει καρπούς τον Οκτώβριο. Θα είχαμε καλύτερα τρεξίματα σε υψηλές εντάσεις. Αυτό επί της ουσίας ήταν που έλειπε».

-Το περιμένατε μετά την ήττα από την Καλλονή ότι θα ερχόταν το «διαζύγιο»;

«Ήταν τεράστια έκπληξη. Όχι μόνο δική μου, αλλά όλων που ήταν κοντά στον σύλλογο. Σέβομαι την απόφαση αφού ήταν του προέδρου, αλλά εγώ προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτήν. Καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια ομάδα με πάρα πολλές διαφορετικές εθνικότητες. Με πολλούς παίκτες που δεν έκαναν προετοιμασία, με νέο τεχνικό τιμ, νέα φιλοσοφία και τεχνική προσέγγιση. Ήθελε χρόνο. Το πιο σημαντικό για μια τέτοια ομάδα ήταν να σταθεροποιηθεί ψηλά στη βαθμολογία. Σε αυτό το σημείο του πρωταθλήματος, πιο σημαντικό ήταν να κερδίζει η ομάδα βαθμούς, όχι να παίζει αποκλειστικά καλό ποδόσφαιρο.

Δεν θα ήταν καλό για τον σύλλογο να παίζαμε καλά και να μην παίρναμε βαθμούς. Κυρίως όταν μιλάμε για έναν νέο προπονητή, με νέα φιλοσοφία. Νομίζω λοιπόν ότι ως απόφαση είναι υπερβολικά βιαστική. Και ειδικά όταν όλοι παραδέχονταν την ποιότητα της δουλειάς που γινόταν στην προπόνηση. Υπήρχε πειθαρχία στα αποδυτήρια, οι σχέσεις των παικτών με το προπονητικό επιτελείο ήταν πάρα πολύ καλή, υπήρχε στενή συνεργασία με την ακαδημία. Η ομάδα Κ20 του Παναιτωλικού έχει πραγματικά μεγάλη ποιότητα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αρκετοί από αυτούς θα έπαιζαν πιο συστηματικά από τον Δεκέμβριο και μετά, οπότε και θα είχαμε ολοκληρώσει την αξιολόγησή τους».

-Αντιλαμβανόμαστε ότι αποχωρήσατε πικραμένος και αδικημένος. Είναι αυτή η αλήθεια;

«Νιώθω ικανοποίηση με τη δουλειά που έκανα, αλλά και απογοήτευση. Θεωρώ ότι οι ομάδες πρέπει να ζουν με τη σταθερότητα και όχι με την αστάθεια. Πραγματικά ένιωσα προσήλωση για τον σύλλογο αυτόν, διότι υπήρχαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να δουλέψεις. Παρόλο που είχαμε ντεσαβαντάζ, με βάση το γεγονός ότι έφυγαν αρκετοί παίκτες και ήρθαν αρκετοί ακόμα νέοι, είχα την αίσθηση ότι θα πετυχαίναμε το στόχο μας και θα φτάναμε στο Europa League.

Πίστευα ότι θα έβαζα το Αγρίνιο στον ποδοσφαιρικό χάρη της Ευρώπης και να το μάθουν και άλλοι εκτός Ελλάδας. Εγώ με αυτή την πίστη δούλευα όλο αυτό το διάστημα. Και ο σύλλογος και οι οπαδοί άξιζαν αυτή τη μάχη που έδινα. Για αυτό λέω ότι ήταν απόφαση της στιγμής. Πιστεύω πολύ στη δουλειά μου.

Δεν ήταν όμως μια μηχανή που πατάς το κουμπί και λειτουργούν όλα στην εντέλεια. Θέλαμε χρόνο και θα βλέπαμε ότι τον Μάιο θα είχαμε πετύχει τον στόχο μας. Η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε και η πόλη και η ομάδα. Ένιωθα ότι θα εξαντλούσα το συμβόλαιό μου (σ. διετούς διάρκειας) και πως δεν θα ήθελα να πάω κάπου αλλού. Ήθελα να κάνουμε την ακαδημία αυτοχρηματοδοτούμενη. Να βγάζει δηλαδή έσοδα. Θα έδινε πολλαπλά οφέλη στον Παναιτωλικό.

Πρώτα θα έπρεπε να σταθεροποιηθεί η ομάδα στην πρώτη κατηγορία, να γνωρίσω τον σύλλογο σε όλες του τις πτυχές και από εκεί και πέρα να έβαζα όλη την εμπειρία μου προς όφελος της ομάδας. Όπως άλλωστε το ξέρουν όλοι, πρώτος πήγαινα στην προπόνηση και έφευγα πάντα τελευταίος. Δεν ήρθα να κάνω διακοπές. Ήρθα για να φέρω τον Παναιτωλικό σε μια θέση που του αξίζει. Χρειαζόταν περισσότερο ποδοσφαιρική παιδεία υψηλού επιπέδου. Δεν μπορούμε να κατακτήσουμε τίτλους, ούτε να κάνουμε μεγάλα πράγματα αν σκεφτόμαστε όπως η πλειονότητα των άλλων συλλόγων εδώ στην Ελλάδα».

-Θεωρείτε ότι αυτή η αλλαγή ήταν πισογύρισμα για την ομάδα;

«Εξαρτάται από το τι θέλει πραγματικά να πετύχει η ομάδα. Αν ο σύλλογος θέλει να φτάσει στο Europa League από την πέμπτη αγωνιστική ή αν από την πέμπτη αγωνιστική θέλει να παλέψει να αποφύγει τον υποβιβασμό. Εγώ πάλευα για να βγάλω τον Παναιτωλικό στο Europa League. Τι σκεφτόταν ο σύλλογος δεν ξέρω. Πάντα λέω ότι αν δεν ξέρεις πού πας, κινδυνεύεις να πας εκεί που δεν θες να πας. Για κάθε πρότζεκτ πρέπει να υπάρχει ένας τελικός στόχος. Αυτή η διαδικασία απαιτεί τη συνεργασία τριών δομών: Διοίκηση, τεχνικού επιτελείου και παικτών».

-Αυτό που συνέβη, η άμεση απόλυση, είναι «ελληνικό» φαινόμενο κατά τη γνώμη σας; Θα σας είχε συμβεί το ίδιο στην Πορτογαλία;

«Στην Πορτογαλία αν ήσουν στην πέμπτη αγωνιστική πέμπτος, πίσω από Σπόρτινγκ, Μπενφίκα και Πόρτο, ποτέ δεν θα γινόταν αυτό. Θα γινόταν αν η δουλειά στις προπονήσεις δεν ήταν καλή, αν επικρατούσε απειθαρχία στα αποδυτήρια ή δεν υπήρχε οργάνωση. Στον Παναιτωλικό τέτοια φαινόμενα δεν υπήρξαν. Επομένως αυτό δεν θα γινόταν όχι μόνο στην Πορτογαλία, αλλά σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα».

-Όταν ενημερωθήκατε ότι πρέπει να λυθεί η συνεργασία, τι ακριβώς σας ειπώθηκε; Και τι απαντήσατε;

«Εγώ δεν είχα να δώσω πολλές εξηγήσεις. Πράγματι δεν συμφωνώ με την απόφασή. Ο πρόεδρος μου εξήγησε γιατί πήρε την απόφαση αυτή. Δε νομίζω ότι είχε εξωτερική επιρροή για να πάρει την απόφαση που πήρε. Είναι άνθρωπος συγκροτημένος που δεν αφήνει να επηρεάζεται από άλλους. Ως υπάλληλος του συλλόγου εγώ, δεν είχα παρά να δεχτώ την απόφασή του, παρόλο που είχα αντιρρήσεις. Θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου, όπως και να ‘χει. Πρόκειται για ένα σύλλογο που έχει προοπτική να μεγαλώσει. Ευχαριστώ και τους οπαδούς για τη στήριξή τους. Εκφράζω τη λύπη μου για τη βαριά ήττα από την Καλλονή. Ήμουν βέβαιος ότι θα φτάναμε στην Ευρώπη».

-Θα χαρακτηρίζατε τραυματική την εμπειρία σας στην Ελλάδα; Θα θέλατε να δουλέψετε σε άλλη ομάδα εδώ στη χώρα μας;

«Τα πάντα εξαρτώνται από την προοπτική που κοιτάς όλα όσα έχουν συμβεί. Προτιμώ να βλέπω τα πράγματα με τη θετική πλευρά. Μου άρεσε αυτό που βίωσα. Δεν είχα γνωρίσει την Ελλάδα και τους ανθρώπους της. Μου άρεσε ο ελληνικός λαός, είχα προσαρμοστεί στη ζωή του Αγρινίου, φτιάχναμε μια πολύ καλή ομάδα και ουσιαστικά είχαμε ένα καλό τεχνικό επιτελείο. Η μεγάλη μου απογοήτευση είναι που έχασα όλα αυτά που μου άρεσαν. Έχω τη συνείδησή μου καθαρή, κυρίως από την αναγνώριση που είχα από τους παίκτες. Ναι μεν έκλεισα μια πόρτα, αλλά κοιτάζω μπροστά και τις νέες ευκαιρίες που θα μπορούσαν να μου προκύψουν. Πίστευα ότι σε 4-5 μήνες θα μιλούσα ελληνικά!».

-Στην επόμενη ομάδα σας ποιους δύο παίκτες από τον Παναιτωλικό θα παίρνατε μαζί σας;

«Δεν θα ήθελα να πω συγκεκριμένα ονόματα, για να μη φανεί ότι είμαι ευνοϊκά διακείμενος προς κάποιους σε σχέση με άλλους. Υπήρχαν όμως παίκτες που θα μπορούσαν να κάνουν την έκπληξη στο ελληνικό πρωτάθλημα. Όπως ο Βιγιαφάνιες, ο Ουάρντα, ο Ντιέγκο Μπεχαράνο…».

-Πώς αιτιολογείτε το γεγονός ότι βγαίνουν τα τελευταία χρόνια τόσοι αξιόλογοι Πορτογάλοι προπονητές;«Κατά πρώτο λόγο, είναι το πάθος που έχουν για το ποδόσφαιρο. Αν και σε ό,τι έχει να κάνει με τον κόσμο, εδώ και στην Τουρκία είναι πιο ‘τρελοί’ οι οπαδοί. Το πάθος όμως να μάθεις πώς λειτουργεί μια ομάδα, η στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει, είναι δυνατή για τους Πορτογάλους. Ακόμα και πριν από τον Μουρίνιο υπήρξαν προπονητές που δούλευαν εκτός Πορτογαλίας. Δεν ήταν τόσοι πολύ όσο τώρα, διότι δεν ήξεραν ξένες γλώσσες στο βαθμό που συμβαίνει αυτό σήμερα.

Το σημαντικότερο για εμένα είναι ότι η πορτογαλική ομοσπονδία οργανώθηκε πάρα πολύ καλά. Βοήθησε και η ποιότητα των παικτών. Γενικότερα η Πορτογαλία αποτελείται από ανθρώπους που πάντα έχουν στο μυαλό τους το εξωτερικό. Τους αρέσουν οι εξερευνήσεις. Ξεκίνησαν να εξάγουν αρχικά παίκτες και μετά προπονητές. Σίγουρα δεν έχουν όλοι την ίδια επιτυχία. Η εκπαίδευση και των παικτών και των προπονητών θα έλεγα ότι ξεπερνάει τα όρια της χώρας».

-Ποια είναι η άποψή σας για τον προπονητή του Ολυμπιακού, Μάρκο Σίλβα; Εκτιμάτε ότι θα δουλέψει σε ακόμα υψηλότερο επίπεδο;

«Είναι ένας προπονητής που τον γνωρίζω από τότε που εργαζόταν στην Εστορίλ. Ήταν και τεχνικός διευθυντής στην ομάδα αυτή. Εν συνεχεία ανέλαβε ως προπονητής και έκανε καλή δουλειά. Ανταμείφθηκε και πήγε στην Σπόρτινγκ. Ο Ολυμπιακός είναι μια διαφορετική πραγματικότητα εδώ στην Ελλάδα. Έχει ξεκινήσει καλά ο Σίλβα και καταφέρνει να παίρνει αποτελέσματα και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Είχαμε δει το ματς με τον ΠΑΟΚ στην Τούμπα και μιλήσαμε μετά με τον Σίλβα και με τον Ρικάρντο Κόστα. Ο Ολυμπιακός διανύει καλό… φεγγάρι. Θα κερδίσει το πρωτάθλημα και μπορεί να πάει πολύ καλά στο Champions League».

-Ποια είναι η άποψη στο εξωτερικό, στην Πορτογαλία εν προκειμένω, για το ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Ο πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει τι γίνεται στην Ελλάδα. Εκτιμούν ότι είναι μια χώρα… μακριά από την Ευρώπη. Μια χώρα που μαστίζεται από την κρίση και που οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε. Μια αρκετά διαστρεβλωμένη εικόνα, που σίγουρα έχει αντίκτυπο στο ελληνικό πρωτάθλημα. Εγώ βρήκα ένα οργανωμένο πρωτάθλημα, με πολλές λεπτομέρειες σωστές. Όπως προστασία των ομάδων, μεταδόσεις όλων των αγώνων, πάθος και από παίκτες και από κόσμο για το ποδόσφαιρο, ανταγωνιστικό πρωτάθλημα με καλές ομάδες. Νομίζω όμως ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη αξία στον Έλληνα ποδοσφαιριστή. Ο Έλληνας παίκτης θέλει να μάθει, να βελτιωθεί και μου άρεσε ο επαγγελματισμός τους, κάτι που δεν συνάντηση για παράδειγμα στη Μαρίτιμο».

-Τι θα πρέπει να κάνει το ελληνικό ποδόσφαιρο για να «παρακολουθείται» και να μην είναι… αποκλεισμένο από τα βλέμματα;

«Να δοθεί έμφαση στον Έλληνα παίκτη. Όλοι προσπαθούν να δίνουν αξία στο δικό τους προϊόν. Σε αυτό που παράγουν οι ίδιοι. Αυτό όμως θέλει δουλειά από μικρή ηλικία. Αυτό που γίνεται τώρα στην Πορτογαλία. Στη Γερμανία για παράδειγμα οι Γερμανοί έχουν κατακλείσει το ποδόσφαιρο της χώρας τους. Είναι λίγοι οι ξένοι. Το παν είναι η ακαδημία».

-Αν δίνατε μια συνέντευξη στους συμπατριώτες σας και σας ζητούσαν να περιγράψατε τον Έλληνα, τι θα λέγατε;

«Ταπεινοί, με συγκεκριμένη ταυτότητα, που δεν αντιγράφεται από άλλους. Τους αρέσει πολύ ο καφές και οι καφετέριες. Πολύ φιλόξενος ως λαός. Και όσον αφορά τον Έλληνα ποδοσφαιριστή, επαγγελματίας».

-Θυμόσαστε καμιά φορά να βάλατε τις φωνές στον Κριστιάνο Ρονάλντο;

«Στην Εθνική δεν υπήρξε ποτέ ανάγκη να γίνει αυτό. Αλλά στην ακαδημία, όταν ακόμα ήταν σε φάση να μαθαίνει, πολλές φορές. Αλλά και τότε, σε ηλικία 12-13 ετών, όποιος και αν τον έβλεπε θα το καταλάβαινε ότι ήταν διαφορετικός σε σχέση με τους άλλους. Ήταν φανερό ότι θα έκανε μεγάλη καριέρα».

-Είναι ο καλύτερος στον κόσμο; Ή ο Μέσι;

«Αυτοί οι δύο είναι… μίλια μακριά σε σχέση με τους άλλους. Πολύ δύσκολα θα συναντήσουμε ξανά δύο τόσο σπουδαίους παίκτες να αγωνίζονται την ίδια περίοδο. Διαφορετικού στιλ παίκτες. Δίνω μεγαλύτερη αξία στη δουλειά του Ρονάλντο. Αυτό γιατί δεν βρισκόταν στην ίδια ομάδα από 14 ετών. Πολλές φορές αναγκάστηκε να δουλέψει σε πλαίσια που δεν αισθανόταν άνετα. Έχει καταφέρει να έχει σταθερότητα στην απόδοσή του, παρότι διαρκώς έχει δίπλα του νέους ποδοσφαιριστές, νέους παίκτες, νέες φιλοσοφίες. Η Μπαρτσελόνα έχει το ίδιο προφίλ προπονητή και παίκτες που παίζουν πάρα πολλά χρόνια μαζί».