Ζούμε βιολογικά

Άνοιξε το πρώτο πλήρως πιστοποιημένο κατάστημα στην πόλη μας

Ζούμε βιολογικά

Ένα ζευγάρι παραγωγών από το Αγρίνιο «πρεσβευτές» των βιολογικών προϊόντων

 

Από φρούτα και λαχανικά μέχρι ζυμαρικά και γαλακτοκομικά. Βότανα, μπαχαρικά και μέλι, αλλά και ροφήματα, καλλυντικά και απορρυπαντικά. Όλα αυτά και ακόμη περισσότερα θα βρείτε στο κατάστημα του Δημήτρη Μουτόπουλου και της συζύγου του Κατερίνας, στην οδό Μακρή στο Αγρίνιο, δύο παραγωγών που έκαναν τα βιολογικά προϊόντα τρόπο ζωής. Από το κατάστημά τους, το πρώτο πιστοποιημένο με βιολογικά προϊόντα στην πόλη μας, το ζευγάρι απευθύνει μια πρόσκληση αλλά και μια πρόκληση: προς τους καταναλωτές να ενημερωθούν για την ποιότητα των βιολογικών προϊόντων και τα οφέλη που προσφέρουν αλλά και προς τους παραγωγούς να… αφήσουν τις καφετέριες και να στραφούν σε καλλιέργειες που μπορούν να προσφέρουν μέλλον τόσο στους ίδιους όσο και στον τόπο.

Ο κ. Μουτόπουλος έχει περισσότερα από 25 χρόνια που ασχολείται με την καλλιέργεια διάφορων προϊόντων. Αισθανόμενος όμως την ανάγκη να γνωρίζει την ποιότητα των προϊόντων που πρώτα απ’ όλα καταναλώνει ο ίδιος και η οικογένειά του, άρχισε να πειραματίζεται με τις βιολογικές καλλιέργειες. «Έχουν υπολογίσει ότι μέσα σε ένα χρόνο, ένας άνθρωπος τρώει μαζί με το φαγητό του ακόμη και έξι κιλά φυτοφάρμακα», λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά. Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα και χρειάστηκε διάβασμα και μελέτη, σιγά-σιγά όμως οι προσπάθειές του άρχισαν κυριολεκτικά να αποδίδουν καρπούς και σήμερα, 15 χρόνια μετά, ασχολείται αποκλειστικά κατ’ επάγγελμα με τα βιολογικά προϊόντα.

Επιστέγασμα όλων αυτών των κόπων είναι το μικρό κατάστημα που άνοιξε στο Αγρίνιο, το πρώτο που διαθέτει αποκλειστικά πιστοποιημένα ως βιολογικά προϊόντα σε συνεργασία μόνο με πιστοποιημένους παραγωγούς και επιχειρήσεις. Στο κατάστημα αυτό μπορεί κανείς να βρει πολλά είδη και όχι μόνο προϊόντα τα οποία «παραδοσιακά» έχουμε στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε τη λέξη «βιολογικό». Έτσι, πέρα από φρούτα και λαχανικά προσφέρεται μια μεγάλη ποικιλία ειδών, όπως ζυμαρικά, μέλι, σάλτσες ντομάτας, γλυκά του κουταλιού, snacks, μαρμελάδες, παιδικές τροφές, απορρυπαντικά και καλλυντικά. Όλα είναι 100% πιστοποιημένα και τα παράγει στα θερμοκήπιά του ο ίδιος ο κ. Μουτόπουλος, ή προέρχονται από Έλληνες παραγωγούς της Αιτωλοακαρνανίας και άλλων περιοχών της χώρας. Όλα όμως πρέπει να διαθέτουν απαραίτητα την πιστοποίηση για να πωληθούν από το κατάστημά του.

Η καλλιέργεια ενός προϊόντος ώστε να λάβει την πιστοποίηση του βιολογικού δεν είναι εύκολη υπόθεση, είναι όμως μια εργασία που ανταμείβει τον παραγωγό αλλά και τον καταναλωτή. Απαιτείται κυριολεκτικά μελέτη και διάβασμα ώστε να είναι ενημερωμένος όχι μόνο για τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την καλλιέργεια, αλλά και για όλους τους εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής που υπάρχουν. Ξεκινώντας την ημέρα του από νωρίς το πρωί στα θερμοκήπιά του στο Δοκίμι, ο κ. Μουτόπουλος πειραματίζεται συνεχώς ώστε να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και να το διαθέσει στη συνέχεια στους πελάτες του, σε τιμές πολύ χαμηλότερες απ’ ότι θα περίμενε κανείς.

Προκειμένου να αποφύγει την χρήση εντομοκτόνων, χρησιμοποιεί «ανταγωνιστικά» έντομα τα οποία τρώνε αυτά που προσβάλλουν το φυτό, δίχως όμως να δημιουργούν τα ίδια καμία παρενέργεια. Για λίπασμα, το κομπόστ που παράγει μόνος του, βιολογικά παραγόμενη κοπριά ή ορυκτά λιπάσματα, αποτελούν ιδανικές λύσεις έναντι των χημικών. «Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται παραγωγοί και καταναλωτές είναι ότι τα χημικά επικάθονται επάνω στο προϊόν και το συνοδεύουν από το χωράφι μέχρι το τραπέζι μας και στην συνέχεια τον ίδιο μας τον οργανισμό», τονίζει χαρακτηριστικά ο κ. Μουτόπουλος.

Φυσικά, για να λάβει ένα προϊόν πιστοποίηση ως βιολογικό, δεν απαιτείται μόνο η απλή τήρηση κάποιων κανόνων από τον παραγωγό, αλλά πρέπει πρώτα να πραγματοποιηθεί σχολαστικός έλεγχος από ελεγκτές γεωπόνους. Πραγματοποιώντας ξαφνικούς επιτόπιους αλλά και εργαστηριακούς ελέγχους και με βάση τα παραστατικά στοιχεία που οι παραγωγοί υποχρεούνται να τηρούν αναλυτικά, όπως βιβλία και τιμολόγια, παραχωρείται η πολυπόθητη πιστοποίηση.

Από εκεί και πέρα ξεκινά όμως η «περιπέτεια» έως ότου το προϊόν φτάσει στο ράφι του καταστήματος. Τα αυξημένα μεταφορικά κόστη, καθώς τα περισσότερα από αυτά παράγονται εκτός Αιτωλοακαρνανίας, η δυσκολία ανεύρεσης των κατάλληλων μεταφορικών μέσων που πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές, όπως το πλέον βασικό που είναι η ύπαρξη ψυγείου, είναι παράγοντες που δυσχεραίνουν τη μεταφορά και ενίοτε ανεβάζουν την τελική τιμή. «Ένας παραγωγός όμως που έχει μάθει καλά τη δουλειά του μπορεί να κατεβάσει το κόστος παραγωγής και να προσφέρει καλό προϊόν σε καλή τιμή», συμπληρώνει ο κ. Μουτόπουλος.

Αυτός όμως είναι και ένας από τους λόγους που τα βιολογικά προϊόντα έχουν αποκτήσει «κακό όνομα» στην αγορά και δεν τα προτιμά ο κόσμος, αφού από πολλούς θεωρούνται ακριβά. «Για αυτό ευθύνεται βέβαια και η ίδια η αγορά», εξηγεί ο κ. Μουτόπουλος, «η οποία πολλές φορές κράτησε τις τιμές σε υψηλά επίπεδα». Ο ίδιος όμως παρατηρεί ότι αυτό είναι κάτι που αλλάζει, όπως και η διάθεση του κόσμου που πλέον αναζητά πιο εύκολα να εντάξει στην διατροφή του τέτοια είδη, διαπιστώνοντας τα οφέλη που υπάρχουν.

«Τα πλεονεκτήματα των βιολογικών προϊόντων είναι πάρα πολλά», αναφέρει ο ίδιος, «ακόμη και για αυτούς που δεν τα αγοράζουν!» «Μελέτες δείχνουν ότι τα θρεπτικά στοιχεία είναι περισσότερα από ότι σε ένα συμβατικό προϊόν, ενώ ταυτόχρονα είναι απαλλαγμένα από φάρμακα και άλλες επικίνδυνες χημικές ουσίες, αφού παράγονται με έναν πιο απλό τρόπο», συμπληρώνει ο κ. Μουτόπουλος. «Πολλές φορές όμως ξεχνάμε ότι όφελος υπάρχει για όλους μας, αφού κερδίζει και η ίδια η Φύση από τις βιολογικές παραγωγές, μιας και δεν χρησιμοποιούμε χημικά που επιβαρύνουν το περιβάλλον», καταλήγει ο ίδιος.

Ο κ. Μουτοπουλος όμως πάει την σκέψη του ένα βήμα παραπέρα ακόμη, βλέποντας ότι υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης των βιολογικών καλλιεργειών, ειδικά στην περιοχή μας που έχει μείνει πίσω και σε αυτά τα θέματα. «Πρέπει να δημιουργηθούν πολλές ομάδες παραγωγών και να προσανατολιστούμε και προς το εξωτερικό», μας ανέφερε, παρατηρώντας ότι πολλά από αυτά έρχονται από άλλες περιοχές της Ελλάδας, τη στιγμή που η Αιτωλοακαρνανία έχει σταματήσει να παράγει σχεδόν το οτιδήποτε. Σύμφωνα με τον ίδιο όμως, διέξοδος υπάρχει και στο εξωτερικό, όπου καταγράφεται μεγάλη ζήτηση για ελληνικά βιολογικά προϊόντα.

Από το χωράφι και το θερμοκήπιο έως το ράφι και το οικογενειακό τραπέζι, τα βιολογικά προϊόντα μπορούν να αποτελέσουν μια εναλλακτική καλλιέργεια και έναν ολόκληρο οικονομικό κύκλο, κάτι το οποίο έχει τόσο ανάγκη ο τόπος μας. Προκειμένου να συμβεί αυτό όμως, πρέπει πρώτα απ’ όλα να πειστούν οι ίδιοι οι καταναλωτές και οι παραγωγοί. Για όσους λοιπόν έχουν ακόμη αμφιβολίες, αρκεί να δοκιμάσουν ένα τέτοιο προϊόν και να διαπιστώσουν την γεύση του, είναι ίσως το δυνατότερο επιχείρημα!

 

Κώστας Καρακώστας