Καπναποθήκες Ηλιού – Ερείπια «τεκτονικά» – Οι αποθήκες που γκρεμίσαμε

Όσες φορές και να περάσει κανείς από κει, θεωρώ πως δεν γίνεται να μην σταθεί με απορία μπροστά στις ερειπωμένες πια  αποθήκες του Ηλιού, που βρίσκονται στον αριθμό 17 της δημοτικής οδού Μεσολογγίου και για τις οποίες αρκετές σελίδες και πληθώρα αναρτήσεων στον τοπικό τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό αντίστοιχα,  έχουν γραφτεί και υπάρξει. Μια απορία για το πώς οι δημόσιες και τοπικές εξουσίες αυτής της πόλης, μπόρεσαν να επιδείξουν μια τόσο μεγάλη σε μέγεθος αδιαφορία, μπροστά στην σιγανή και μακροχρόνια αποσάθρωση ενός κτιρίου που θα μπορούσε να αποτελέσει έναν εκπληκτικό δημοτικό και δημόσιο χώρο αυτής της πόλης.

Γράφει ο Λευτέρης Τηλιγάδας

Αυτό το αποσαθρωμένο πια κτίριο, έτσι όπως το κοιτούσα χθες το πρωί, περνώντας από μπροστά του για να έρθω στα γραφεία της εφημερίδας, δεν έχει πια και τόσο σημασία, πόσο συνυφασμένο μπορεί να είναι με την παλαιότερη κοινωνική και εμπορική ιστορία της πόλης. Άλλωστε, εκ του αποτελέσματος, αυτή η συνάφεια δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την καταστροφή του. Χρόνια τώρα αυτές οι αποθήκες «φωνάζουν» μέσα από τα μεγάλα και σάπια κουφώματα των παραθύρων τους μια μακρόσυρτη σιωπή, απόδειξη της γενικότερης αφασίας και απάθειας που διακρίνει το ελληνικό δημόσιο, καθώς και τους οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, στο να επιχειρήσουν και να λύσουν προβλήματα, τα οποία χρονίζουν και τα οποία αποστερούν από τις τοπικές κοινωνίες σημαντικές προοπτικές «αστικής αναπνοής», αναπαράγοντας μόνο τις εικόνες της φθοράς και της εγκατάλειψης, ακόμα και στα πιο σύγχρονα επιτεύγματά τους. Μια φθορά και μια εγκατάλειψη, που όσο κι αν επιχειρείς να την ανατρέψεις, με ένα κομμάτι ουρανό που σου επιτρέπει ο στείρος ρεαλισμός της επιβίωσης να ξεκρεμάσεις από το ταβάνι ενός ονειροπόλου τυχοδιωκτισμού, αντιλαμβάνεσαι όλο και πιο πολύ, όλο και πιο βαθιά τη μεγάλη δυσκολία του ήλιου να πάει την διαδρομή ανάποδα.

Και μένουμε εκκρεμείς και μόνοι δίπλα σε αυτές τις ανεπίδοτες μνήμες του μικροαστικού ονείρου της τοπικής μας κοινωνίας, που αντί να επιλέξει την ηδονική έστω αμαρτία της αυτοικανοποίησης, προτιμάει να εφευρίσκει την συναισθηματικά ανέξοδη επιλογή του αυτοευνουχισμού της, μόνο και μόνο για τον επιούσιο άρτο: «σ΄ ευχαριστώ ω εταιρεία», καθώς και για την καταξίωση της χρόνιας κεντρικής γραμμής των γραφειοκρατών: «Κάνε την προσευχή σου, τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου».

 

Το θυμάμαι ζωντανό αυτό το κτίριο, γεμάτο με γυναικεία χέρια που ξεδιάλεγαν, ντάντευαν και ξέπλεκαν τα φύλλα του καπνού, γεμάτο με βαριές αντρικές περπατησιές που κουβαλούσαν στις πλάτες και πάνω σε μαδέρια τα δέματα του καπνού. Και μετά το θυμάμαι άδειο και παρατημένο… Και μετά δημοτική αποθήκη, γεμάτο με στοιβαγμένα και παρατημένα εκεί κάποια από τα χρήματα των δημοτών να σκίζονται και να χάνονται κι αυτά μαζί με τα αγκωνάρια που κρατούσαν τους τρεις του ορόφους. Και δεν ήταν τόσο τα χρήματα, όσο ήταν το μεράκι και ο κόπος των ανθρώπων που εγκαταλείφθηκε στις σάπιες του σανίδες: Σκηνικά θεάτρου που πήγαν εκεί για να φυλαχθούν, κάλπες και χαλύβδινοι πάσσαλοι περίφραξης μαζί με άλλα χρηστικά αντικείμενα των υπηρεσιών του Δήμου και της λειτουργίας της πόλης, που κανείς δεν γνωρίζει πόσα απ’ αυτά φυγαδεύτηκαν από κει, για να καταχωνιαστούν κάπου αλλού μέχρι να χαθούν ή καταλήξουν στον Χώρο Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων του Αχελώου, για να «τα πάρει το ποτάμι» και να χαθούν για πάντα.

Ο λόγος, που άκουγα όλα αυτά τα χρόνια, ως δικαιολογία για την μη συντήρηση  και την μη αναβάθμιση του ήταν ότι στην διαθήκη του Ηλιού υπάρχει ένας όρος που ορίζει πως το κτίριο κληροδοτήθηκε σε ένα ίδρυμα, το οποίο όμως ποτέ δεν έχει συσταθεί, γιατί κάποια από αυτά τα μέλη που θα το απάρτιζαν έπρεπε να το ορίσει η τεκτονική στοά της πόλης, όρος ο οποίος δεν ήταν καθόλου εύκολο να ικανοποιηθεί, αφού κανείς, όπως λεγόταν δεν ήξερε ακόμα και αν ήταν υπαρκτή μια τέτοια στοά στην πόλη.

Σύμφωνα με τη διαθήκη του το ίδρυμα θα διοικούσε επιτροπή αποτελούμενη απ’ τον εκάστοτε δήμαρχο Αγρινίου, τον πρόεδρο Πρωτοδικών, τον Εισαγγελέα, τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας «και ενός εισέτι μέλους υποδεικνυόμενου κατά τετραετίαν υπό της εν Αγρινίω Τεκτονικής Στοάς». Στο πρώτο Δ.Σ. θα μετείχαν και δύο προσωπικοί φίλοι του Ηλιού ισοβίως, η αναπλήρωση των οποίων θα γινόταν επίσης με υπόδειξη της Τεκτονικής Στοάς Αγρινίου.

Αυτό φυσικά, μόνο ως δικαιολογία και μάλιστα κακή της απραξίας όσων επέλεξαν να αφήσουν τις συγκεκριμένες αποθήκες στο έλεος του χρόνου, θα μπορούσε να «σταθεί», αφού από το 1992 μέχρι σήμερα το συγκεκριμένο διατηρητέο παρακαλώ κτίριο έχει περάσει με αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου στα χέρια καταρχάς του Λαογραφικού Μουσείου για την στέγασή του και ακολούθως στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για τη στέγαση του τμήματός Πολιτιστικού Περιβάλλοντος και νέων τεχνολογιών, απόφαση που όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε αλλά καλά – καλά δεν γνωρίζουμε αν έχει ανακληθεί και ποτέ.

Ο Δήμος Αγρινίου παραχώρησε στους δύο προαναφερόμενους φορείς (Λαογραφικό Πανεπιστήμιο) τις αποθήκες, επειδή επικαλέστηκε χρησικτησία έχει εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα με το δημόσιο, το οποίο θεωρεί ότι το ίδρυμα είναι υπαρκτό. Πρέπει, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι η επιτροπή διοίκησης ουδέποτε συγκλήθηκε και πως το δημόσιο επικαλείται απλώς τη διαθήκη του Η. Ηλιού.

Σήμερα δεν γνωρίζουμε που βρίσκεται αυτή η υπόθεση του δικαστηρίου και καλό είναι η νέα Δημοτική Αρχή να φροντίσει να ενημερωθεί γι’ αυτό, έτσι ώστε να ενημερώσει κι αυτή με τη σειρά της την τοπική κοινωνία.

Εμείς δεν γνωρίζουμε ούτε την ύπαρξη τεκτόνων στην περιοχή, ούτε ποιο το ενδιαφέρον τους για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης τελευταίας επιθυμίας (διαθήκης) του «αδελφού» τους, αυτό που μπορούμε πάντως να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι στο διαδίκτυο υπάρχει ένα blog στην ηλεκτρονική διεύθυνση tektonesagriniou.blogspot.gr με τίτλο «Τέκτονες Αγρινίου», από τις αναρτήσεις του οποίου είναι ολοφάνερο ότι μέλη της Τεκτονικής Στοάς του Αγρινίου «Κοινόν Αιτωλών» θα ήταν θεωρούμε λίγο να πούμε ότι γνωρίζουν. Αυτό σημαίνει πως και η δική τους ευθύνη για την συγκεκριμένη υλοποίηση της διαθήκης, είναι εξίσου σημαντική και μεγάλη. Ίσως είναι τώρα η στιγμή, μέσω ακόμα και ενός δικηγόρου εκπροσώπου του «Κοινού», να ολοκληρωθούν τα βήματα που απαιτούνται για να σωθεί ότι πια μπορεί να σωθεί.

Ελπίζω έστω και τώρα, αυτή την πολύ ύστατη στιγμή, να καταφέρουμε να κάνουμε κάτι έτσι ώστε να μπορέσουμε (αν μπορούμε) να περισώσουμε, όσα μπορούμε περισσότερο απ΄ αυτό το κάποτε υπέροχο βιομηχανικό κτίριο της δεκαετίας του 30.

Γένοιτο.