Αγοράζουν ελπίδα

Είναι γέννημα της κρίσης, δεν αρέσουν σε κανέναν αλλά είναι τα μόνα καταστήματα που ανοίγουν

Αγοράζουν ελπίδα

Η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών οδηγεί πολλούς στα ενεχυροδανειστήρια όπου πωλούν οικογενειακά κειμήλια για λίγα ευρώ

 

Αποτελούν ένα από τα «παραπροϊόντα» της οικονομικής κρίσης που παραπέμπει σε άλλες εποχές της ιστορίας, αν και η αλήθεια είναι ότι με τη μία μορφή ή την άλλη υπήρχαν από πάντα. «Gold Shop», «We buy Gold», «Αγοράζουμε Χρυσό» στα ελληνικά ή κοινώς ενεχυροδανειστήρια, τα τελευταία χρόνια το Αγρίνιο και ολόκληρη η Αιτωλοακαρνανία έχουν γεμίσει με τέτοια μαγαζιά, κατ’ αντιστοιχία με ότι συμβαίνει στην πρωτεύουσα και την υπόλοιπη Ελλάδα. Κάποια από αυτά μόνο αγοράζουν, άλλα πουλούν κιόλας και κάποια άλλα κρατούν μόνο ως ενέχυρο χρυσό, κοσμήματα και διάφορα είδη αξίας. Πότε μεμονωμένα και πότε ως παραρτήματα αλυσίδων, ο αριθμός τους έχει πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται για το τι σημαίνει αυτό για την οικονομία αλλά και την εμπορική κίνηση στην αγορά.

Αν και πολλά είναι νόμιμες επιχειρήσεις που λειτουργούν διαθέτοντας σχετική άδεια, σε περσινή τους έρευνα οι επιθεωρητές του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος διαπίστωσαν μεγάλα ποσοστά παραβατικότητας. Σκοπός όμως του παρόντος άρθρου δεν είναι να διαχωρίσει αυτά που λειτουργούν νόμιμα από τις περιπτώσεις αυτών που για παράδειγμα αγοράζουν «κοψοχρονιά» τον χρυσό, τον λιώνουν και στη συνέχεια τον εξάγουν. Αφήνουμε το κομμάτι της νομιμότητας στις αρμόδιες αρχές. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να καταγράψουμε την άποψη του Εμπορικού Συλλόγου της πόλης μας αλλά και τις απόψεις των διάφορων πολιτικών χώρων για ένα φαινόμενο που δείχνει να μετατρέπεται σταδιακά σε μόνιμο συστατικό της τοπικής αγοράς.

Ο τρόπος λειτουργίας αυτών των μαγαζιών είναι σχετικά απλός. Αντί ο πελάτης να πηγαίνει να αγοράσει κάτι, γίνεται το αντίστροφο, πηγαίνει εκεί για να πουλήσει. Το προϊόν ελέγχεται σχολαστικά και κατόπιν προτείνεται μια τιμή αγοράς, συνήθως βάση της διεθνούς αξίας του χρυσού ή άλλων προκαθορισμένων τιμοκαταλόγων, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντικειμένου. Αγοράζοντας λοιπόν κοσμήματά ή και ηλεκτρονικές συσκευές όπως φορητούς υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και ταμπλέτες, προσφέρουν χρήματα σε έναν άνθρωπο ο οποίος εκείνη τη στιγμή αντιμετωπίζει μια  οικονομική ανάγκη την οποία δεν μπορεί να καλύψει με άλλο τρόπο, αναγκαζόμενος έτσι να ξεπουλήσει κάποια προσωπικά του αντικείμενα.

Αφήνοντας όμως την νομιμότητα και την ηθική στην άκρη, είναι αυτός ένας τρόπος για να αναθερμανθεί η τοπική οικονομία; Αρνητική είναι η απάντηση που δίνει ο Πάνος Μπεσίνης, Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου του Αγρινίου, ο οποίος χαρακτηρίζει το φαινόμενο ως «παθογένεια». Θεωρεί πως «δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ξεφύτρωσαν και πετάχτηκαν σαν μανιτάρια μαζί με την έναρξη και την κορύφωση της κρίσης» τα καταστήματα αυτού του είδους. Όπως εξηγεί στη συνέχεια, ανάλογα φαινόμενα είχαν παρατηρηθεί και άλλες εποχές όταν η χώρα μας έβγαινε από κρίσεις και πιστεύει ότι δεν είναι τυχαίο που τώρα έγινε η επανεμφάνισή τους. Όπως τονίζει, «πάντα ένα κόσμημα πέρα από την χρηματική αξία έχει και μια συναισθηματική αξία».

Επομένως, συνεχίζει ο κ. Μπεσίνης «όταν οι άνθρωποι μπαίνουν στην ανάγκη να εκποιήσουν και μάλιστα όσο-όσο κοσμήματα ή προσωπικά και οικογενειακά κειμήλια, το κάνουν επειδή δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες τους». Σύμφωνα με τον ίδιο, τα χρήματα που «κερδίζει» κάποιος που αναγκάζεται να εκποιήσει ένα κόσμημα ή κάποιο άλλο προσωπικό αντικείμενο αξίας, χρησιμοποιούνται για να καλύψουν πρωταρχικές ανάγκες που είναι μη ελέγξιμες, όπως ανάγκες νοσηλείας και όχι καταναλωτικές ανάγκες. «Είναι οδυνηρό και λυπηρό» λέει ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αγρινίου το ότι άνθρωποι «αναγκάζονται να οδηγηθούν σε τέτοιες πόρτες και να εκποιήσουν πράγματα που έχουν μεγαλύτερη συναισθηματική αξία από ότι υλική». «Δεν το επικροτούμε, δεν αρέσει σε κανέναν και θέλουμε πολύ σύντομα να εκλείψει», καταλήγει ο ίδιος.

«Είναι τα μόνα μαγαζιά που ανοίγουν», παρατηρεί η Μαίρη Ντουντούμη, γραμματέας ΚΚΕ Αιτωλοακαρνανίας. Η ίδια προσθέτει ότι όσοι καταφεύγουν εκεί για να εξοικονομήσουν κάποια χρήματα, δεν το κάνουν για να καλύψουν ανάγκες πολυτελείας αλλά πραγματικές ανάγκες που υπάρχουν στη ζωή τους, κι έτσι δεν μπορεί κάτι τέτοιο να «αναπτερώσει» την τοπική αγορά. «Δεν μας απασχολεί το ζήτημα της νομιμότητας, είναι νόμιμα, αλλά είναι αποτέλεσμα της οικονομικής πορείας το ότι σήμερα ανοίγουν τέτοια μαγαζιά», καταλήγει η κ. Ντουντούμη.

Ως «φαινόμενο που ευημερεί όταν υπάρχει φτώχεια και οικονομική δυσχέρεια στον κόσμο», χαρακτηρίζει την ύπαρξη τέτοιων καταστημάτων ο Χρήστος Κωστακόπουλος, Γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ. Ο ίδιος μάλιστα επισημαίνει την ύπαρξη μεγάλων εταιρειών πίσω από αυτά τα μαγαζιά οι οποίες εκμεταλλευόμενες την ανάγκη των πολιτών, τους αποσπούν πολύτιμα αντικείμενα σε πολύ χαμηλές τιμές.

«Τα καταστήματα αγοράς χρυσού, ασημιού και πολύτιμων μετάλλων», λέει ο Πολυδεύκης Κοκκινοβασίλης, Οργανωτικός Υπεύθυνος τα Τοπικής Επιτροπής ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αιτωλοακαρνανίας, «λειτουργούν με άδεια του κράτους και ακολουθούν την κρίση κεφαλαίου». Συνεχίζοντας σε σκληρή γλώσσα, επισημαίνει ότι μετά την «εξαθλίωση του λαού από την κρίση υπερσυσσώρευσης» έρχονται τέτοια καταστήματα για να αρπάξουν «κοψοχρονιά» ότι έχει απομείνει σε ανθρώπους που αναζητούν τρόπους για να εξυπηρετήσουν «τις πιο άμεσες ανάγκες τους, όπως ρεύμα, νερό, χαράτσια, γιατρούς». Χαρακτηρίζει μάλιστα την λειτουργία τέτοιων μαγαζιών ως «τρόπο λεηλάτησης των πιο φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας» και θεωρεί ότι θα έπρεπε ο ίδιος ο λαός να ζητήσει «κατάργηση των ενεχυροδανειστηρίων αλλά και του προγράμματος σταθερότητας, όπως και των αντιδραστικών μέτρων της κυβέρνησης».

«Έξαρση» στην λειτουργία τέτοιων καταστημάτων στην εποχή του Μνημονίου, παρατηρεί ο Θανάσης Γαλατάς, Συντονιστής της Νομαρχιακής Επιτροπής Αιτωλοακαρνανίας του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αναφέρει ότι σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία ο αριθμός τους έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια. Ο ίδιος συσχετίζει την λειτουργία τους με την ανθρωπιστική κρίση που βιώνει η κοινωνία και κάνει λόγο για «ακραίες καταστάσεις που βιώνει ο απλός πολίτης» για τον οποίο λέει ότι «καταφεύγει σ’ αυτά για λόγους απελπισίας και αναζήτησης σε προβλήματα επιβίωσης». Θυμίζει ότι ανάλογα φαινόμενα είχαν παρατηρηθεί σε άσχημες περιόδους της ιστορίας της χώρας μας, όπως στην κατοχή και επισημαίνει ένα «στίγμα αδιαφάνειας» σε πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις, καθώς δεν λείπουν περιπτώσεις όπου προσφέρουν δανεισμό με επιτόκια πολύ μεγαλύτερα απ’ ότι προβλέπει ο νόμος. «Είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, εκμεταλλεύονται την αγωνία του κόσμου και φυσικά τους προσφέρουν ζεστό χρήμα», συνεχίζει και προσθέτει ότι λύση σε ένα τέτοιο πρόβλημα θα μπορούσε να είναι μόνο το «σταμάτημα τέτοιων πολιτικών που οδηγούν σε ανθρωπιστική κρίση ώστε η κοινωνίας να λειτουργήσει πιο σταθεροποιημένα και ο άνθρωπος να μην καταφεύγει σ’ αυτή την έσχατη λύση να ξεπουλά προσωπικά του αντικείμενα».

Ο Κώστας Σύρρος, Πρόεδρος της ΝΟΔΕ Αιτωλοακαρνανίας, παρατηρεί με τη σειρά του ότι οι πολίτες απευθύνονται σε τέτοιου είδους δανεισμό εξαιτίας της αδυναμίας των τραπεζών να ανταποκριθούν στα αιτήματα των πολιτών για χρηματοδότηση. «Τον τελευταίο καιρό αυτού του είδους οι επιχειρήσεις έχουν εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα και σε κάθε πόλη, κι αυτό δείχνει την ανάγκη των πολιτών για οικονομική ρευστότητα», συνεχίζει ο ίδιος προσθέτοντας ότι αυτές οι επιχειρήσεις λειτουργούν νόμιμα, υπό τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή. Συνιστά όμως σε όσους απευθύνονται εκεί «να τις χρησιμοποιούν έχοντας κατά νου τα δικαιώματά τους και να μην πέφτουν θύματα κερδοσκοπίας κάποιων «κακών» επιχειρηματιών του είδους».

Συγκεντρώνοντας όλες τις παραπάνω απόψεις και ανεξαρτήτως ιδεολογικού η πολιτικού χρωματισμού, μπορεί κανείς να βγάλει ακριβώς το ίδιο συμπέρασμα: αυτές οι επιχειρήσεις είναι γέννημα της οικονομικής κρίσης και ανεξάρτητα από το εάν και πόσο νόμιμα λειτουργούν, εκμεταλλεύονται τις ανάγκες και τις οικονομικές δυσκολίες των πολιτών για να κερδοσκοπήσουν. Μπορεί επίσης σε γενικές γραμμές όλοι να καταγράφουν μια μικρότερη ή μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για την λειτουργία τους, παραμένει το γεγονός όμως ότι είναι από τα λίγα μαγαζιά που εξακολουθούν να ανοίγουν…

 

Κώστας Καρακώστας