Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.Ιερόθεος αναγορεύθηκε σε Επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων!

Η αναγόρευση του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κυρίου Ιεροθέου σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αποτελεί τιμή για το Ίδρυμα και παράλληλα επίσημη ένδειξη αναγνώρισης της μεγίστης προσφοράς του στην Ορθόδοξη εκκλησία και της αξιόλογης πνευματικής δράσης του.

Είναι ξεχωριστό γεγονός, διότι ο πνευματικός πλούτος του Πανεπιστημίου μας διευρύνεται. Ο Σεβασμιώτατος αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα σπουδαίου κληρικού, αξιόλογου ανθρώπου και διακεκριμένου επιστήμονα με πλούσιο πνευματικό έργο.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κύριος Ιερόθεος, κατά κόσμον Γεώργιος Βλάχος, γεννήθηκε στα Ιωάννινα το έτος 1945.

Έλαβε την εγκύκλιο μόρφωση στην πατρίδα του και στο Αγρίνιο, όπου γνώρισε τον αείμνηστο Καλλίνικο τότε Πρωτοσύγκελο της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας και μετέπειτα Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας. Ενεγράφη, σύμφωνα με την «Εκκλησιαστική Παρέμβαση», στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου μας αλλά σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τη χρονική περίοδο 1964-1968 απ’ όπου έλαβε το πτυχίο με «άριστα».

Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1971 και Πρεσβύτερος το 1972 από τον Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Καλλίνικο. Υπηρέτησε ως Ιεροκήρυκας στην Μητρόπολη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κατά το χρονικό διάστημα 1969 – 1987.

Ίδρυσε και κατευθύνει ως Πνευματικός μοναστική Αδελφότητα, η οποία ξεκίνησε από την Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας και τώρα βρίσκεται στην Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας.

Το 1987 υπηρέτησε για ένα εξάμηνο ως Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας. Και από το 1987 έως της αναδείξεώς του σε Μητροπολίτη (1995) υπηρέτησε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών ως Ιεροκήρυκας και Διευθυντής του Γραφείου Νεότητος. Τα έτη 1988 – 1990 διακόνησε ως Καθηγητής στην Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή «Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός» του Πατριαρχείου Αντιοχείας. Στις 20 Ιουλίου 1995 εξελέγη από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2008 το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, εκτιμώντας την προσφορά του στα Θεολογικά γράμματα, τον αναγόρευσε σε Επίτιμο Διδάκτορα.
Επιστημονικά Επιτεύγματα

Ο Σεβασμιώτατος συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος σε διάφορα Συμβούλια Οργανισμών, τα οποία ασχολούνται με θέματα Ιατρικής Δεοντολογίας, όπως η Εθνική Επιτροπή κατά του AIDS, το Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων (ΚΕΕΛ), ο Οργανισμός κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ), καθώς επίσης και για τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.

Ειδικά στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας παρενέβη σε θέματα που έχουν σχέση με τις αμβλώσεις, την ευθανασία, τις έρευνες στα βλαστοκύτταρα κλπ.
Στα Συμβούλια αυτά συμμετείχαν καθηγητές Ιατρικών Σχολών και συνεργάσθηκε στενά με αυτούς για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων και πάντοτε μέσα από την προοπτική της σχέσεως ιατρικής και θεολογίας.

Μεταξύ αυτών ήταν οι καθηγητές: Γεώργιος Μερίκας, Νικόλαος Ματσανιώτης, Γεώργιος Παπαευαγγέλου, Ἰωάννης Στρατηγός , Ἀντώνιος Κουτσελίνης, Ἀνδρέας Ραμπαβίλας, Νικόλαος Ἀνάγνου, Κωνσταντῖνος Στεφανῆς, Δημήτριος Τριχόπουλος, Ἄγγελος Χατζάκης, κ.α.

Αποτέλεσμα της πείρας που απέκτησε από την ανταλλαγή απόψεων σε θέματα βιοϊατρικής καί βιοηθικής είναι η συγγραφή βιβλίων και άρθρων για το AIDS, τα ναρκωτικά και γενικότερα τις λοιμώξεις. Χαρακτηριστικό είναι το βιβλίο «AIDS, ἕνας τρόπος ζωῆς», καθώς επίσης και διάφορα άρθρα για τα ναρκωτικά.

Εκτός από το ευρύτερο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο του, η επιστημονική του προσφορά αποτυπώνεται στο πλούσιο συγγραφικό έργο καθώς έχει διακριθεί για τη συγγραφική του παραγωγή, αφού έχει συγγράψει ενενήντα τέσσερα (94) βιβλία με θεολογικό, εκκλησιολογικό, κοινωνικό περιεχόμενο, βασισμένα στη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων. Από αυτά πάνω από εβδομήντα (70) βιβλία έχουν μεταφραστεί σε είκοσι μία 21 γλώσσες όπως Αγγλικά, Αραβικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά, Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Ρουμανικά, Σουαχίλι, Κινέζικα, Βουλγαρικά, Ουκρανικά, Τσέχικα, Ολλανδικά, Αλβανικά, Ιταλικά, Φινλανδικά, Γεωργιανά, Ουρντού-Πακιστανικά και Κορεατικά. O συνολικός αριθμός των βιβλίων, ανατύπων και δημοσιεύσεων, πέρα από τα διάφορα άρθρα, ανέρχεται στα τριακόσια (300). Έχει μάλιστα γραφεί ότι είναι ο πιο μεταφρασμένος Έλληνας μετά τον Νίκο Καζαντζάκη.
Τα βιβλία ασχολούνται με θέματα θεολογικά, εκκλησιολογικά, πατερικά και ερμηνεύουν την σύγχρονη πνευματικότητα μέσα από την Ορθόδοξη εκκλησιαστική προοπτική.

Βιβλία του χρησιμοποιούνται ως διδακτικά εγχειρίδια σε Θεολογικές Σχολές του εξωτερικού και της Ελλάδος και γίνονται αντικείμενο διδακτορικών διατριβών σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού και εισηγήσεων σε συνέδρια.

Το βιβλίο του με τίτλο «Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση» βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών ως το καλύτερο θεολογικό βιβλίο της πενταετίας (1990-1995).

Παράλληλα με την συγγραφή βιβλίων ασχολήθηκε και με την δημοσίευση άρθρων στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο Τύπο. Αρθρογράφησε και αρθρογραφεί στον αθηναϊκό Τύπο, στον τοπικό Τύπο της Ναυπάκτου, στο διαδίκτυο καθώς και στην εφημερίδα της Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» (www.parembasis.gr), την οποία ὁ ίδιος ίδρυσε ως Μητροπολίτης, και τα κείμενά του αναδημοσιεύονται σε πολλές άλλες εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες. Τα άρθρα του αποτελούν παρεμβάσεις στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές και εκκλησιαστικές εξελίξεις και προσφέρουν την ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία των γεγονότων.

Στις Η.Π.Α ανέπτυξε θέματα στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, πραγματοποίησε εισηγήσεις σε Σεμινάριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αμερικής (OCA), στο Βανκούβερ του Καναδά (1995) και στην Ατλάντα των Ηνωμένων Πολιτειών (1997), μίλησε στην κεντρική αίθουσα του Πανεπιστημίου του Seattle (1999) κατόπιν προσκλήσεως της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου, ανέλαβε Σεμινάριο στο οποίο δίδαξε στην Tacoma της Washington State (1999 και το 2007). Μίλησε στο Λουθηρανικό Πανεπιστήμιο της Tacoma Pacific Lutheran University (2007). Μίλησε σε Συνέδρια και διαλέξεις που διοργάνωσε η Ορθόδοξη Ελληνική Κοινότητα του Αγίου Δημητρίου στο Seattle των Ηνωμένων Πολιτειών (1995, 1997, 1999 και 2007), και σε διεθνές Συνέδριο στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στο Σικάγο (Σεπτ. 2007).

Επειδή τα βιβλία του μεταφράσθηκαν σε πολλές γλώσσες, εκλήθη στις διάφορες χώρες να παραστεί και να μιλήσει κατά την παρουσίαση των βιβλίων του και για να αναλύσει σημεία που είναι πρωτοποριακά για την εποχή μας στην σύνδεση μεταξύ ιατρικής επιστήμης και θεολογίας.

Έτσι επισκέφθηκε και μίλησε στις εξής χώρες: Αμερική, Καναδά, Συρία, Λίβανο, Γερμανία, Γεωργία, Συμφερούπολη Κριμαίας, Ρωσία, Ρουμανία , Βουλγαρία , Ιταλία , Κωνσταντινούπολη, Κύπρο, Αγγλία.
Οι γνώσεις του γύρω από τα βιοηθικά θέματα είχε ως αποτέλεσμα να κληθεί σε διάφορα ιατρικά Συνέδρια και να αναπτύξει διάφορα θέματα. Επίσης, πολλές φορές εισηγήθηκε θέματα στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος για τις μεταμοσχεύσεις οργάνων και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.

Γενικά εισηγήθηκε περίπου σε 500 Εθνικά και Διεθνή Συνέδρια, εντός και εκτός Ελλάδος, σε θέματα θεολογικά, φιλοσοφικά και βιοηθικά. […] Θεολογία και Ιατρική Επιστήμη
Το όλο έργο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου που αναφέρεται στη σχέση μεταξύ ιατρικής επιστήμης και θεολογίας επικεντρώνεται σε τρία σημεία:

Πρώτον, στην άποψή του, την οποία στηρίζει στον καθηγητή πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη, ότι η ορθόδοξη θεολογία διακρίνεται από την δυτική θεολογία, διότι συνδέεται με την ιατρική επιστήμη και όχι με την κλασική και δυτική μεταφυσική. Αυτό σημαίνει ότι η ορθόδοξη θεολογία πρέπει να ερμηνευθεί μέσα από ιατρικούς όρους και όχι από φιλοσοφικούς. Είναι πρακτική επιστήμη και όχι θεωρητική.

Στο έργο του η Εκκλησία χαρακτηρίζεται ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο, οι Κληρικοί πνευματικοί ιατροί-θεραπευτές, η θεολογία ως πνευματική ιατρική επιστήμη, ο άνθρωπος που προστρέχει στην Εκκλησία για βοήθεια εκλαμβάνεται ως πνευματικά ασθενής, τα δόγματα και οι κανόνες της Εκκλησίας ως πνευματικά φάρμακα κ.ά. Έτσι αποφεύγει να χαρακτηρίζεται ο Χριστιανισμός ιδεολογία και φιλοσοφικός στοχασμός και ασχολείται με τον άνθρωπο.

Δεύτερον, επικεντρώνεται στην άποψή του ότι η νηπτική παράδοση της Εκκλησίας συγγενεύει με την σύγχρονη ψυχιατρική-νευρολογία, διότι ασχολείται με τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και με τα νοητικά φαινόμενα τα οποία επηρεάζουν κατά ποικίλους βαθμούς την όλη ύπαρξη του ανθρώπου. Άλλωστε η ψυχολογία στις ημέρες μας αποδεσμεύθηκε από την φιλοσοφία και συνδέθηκε με τις νευροεπιστήμες.

Η μελέτη των πατερικών κειμένων και κυρίως των ησυχαστών Πατέρων της Φιλοκαλίας, η επί σειρά ετών μελέτη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η επικοινωνία με τους μοναχούς του Αγίου Όρους, και η μακρόχρονη ποιμαντική του πείρα, τον οδήγησαν στη βεβαιότητα ότι η Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη που θεραπεύει τον άνθρωπο και ότι οι νηπτικοί Πατέρες μπορούν να βοηθήσουν τον σύγχρονο άνθρωπο που ταλαιπωρείται από πολλά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα. Με αυτό το πνεύμα έγραψε πλήθος βιβλίων, καταστάλαγμα πολύχρονης ποιμαντικής πείρας, σχετικά με την «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία». Πρόκειται για ένα έργο που παρουσιάζει τη θεραπευτική παράδοση της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία στην βιβλικοπατερική παράδοση θεωρείται νοσοκομείο-θεραπευτήριο, που θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων και η θεολογία μοιάζει με την ιατρική επιστήμη ως προς την μεθοδολογία.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό έγραψε και άλλο βιβλίο στην προοπτική της εφαρμογής της «Ορθόδοξης Ψυχοθεραπείας» με τίτλο «Ιατρική εν πνεύματι επιστήμη».

Επίσης, ασχολήθηκε συγκριτικά με την υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία του Victor Frankl, που εκφράζει την Τρίτη ψυχοθεραπευτική Σχολή της Βιέννης με το βιβλίο «Υπαρξιακή ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία».

Συγχρόνως ασχολήθηκε με την συνάντηση μεταξύ της υπαρξιακής ψυχολογίας και υπαρξιακής φιλοσοφίας, όπως φαίνεται στο έργο του Γιάλομ, ο οποίος ακολουθεί εν πολλοίς τις απόψεις του Victor Frankl.

Το σημαντικό όμως είναι ότι ο Σεβασμιώτατος είναι ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία».
Ο τίτλος και το περιεχόμενο έγιναν αποδεκτά από την «Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία», η οποία σε ογκώδη έκδοσή της με τίτλο «Εγχειρίδιο ψυχοθεραπείας και θρησκευτικής ποκιλομορφίας» αναφέρει το Σεβασμιώτατο (τότε Αρχιμανδρίτη) ως εισηγητή του όρου: « Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία».

Πιο συγκεκριμένα αναφέρει:
«Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος, ιερέας και ψυχοθεραπευτής, σε πολλά γραπτά έργα του έχει συστηματοποιήσει τις ιδέες των Πατέρων της Εκκλησίας πάνω στις θεραπευτικές πλευρές, τους στόχους και τις πρακτικές τις οποίες εκπροσωπεί η Ορθόδοξη πνευματική παράδοση (Vlachos, 1993, 1994a, 1994b). Θεωρεί ότι ο πρωταρχικός θεραπευτικός σκοπός της Ορθοδοξίας είναι η θεραπεία του νου, εννοώντας την υψηλότατη δύναμη (faculty) στους ανθρώπους, διά της οποίας γνωρίζεται ο Θεός όταν αυτή έχει καθαρθεί και θεραπευθεί). Ο νους διακρίνεται από την λογική, το συναίσθημα και τη διανοητική γνώση. Ο νους θεωρείται το υψηλότατο τμήμα της ψυχής, ο οφθαλμός της ψυχής. Όταν καθαρθεί, ο νους έχει τη δυνατότητα της άμεσης εμπειρίας του Θεού, σε αντίθεση με την εμπειρία απλών ιδεών ή απλών εννοιών περί του Θεού.

Τρίτον, το έργο του Σεβασμιωτάτου επικεντρώνεται στην άποψη ότι η ορθόδοξη θεολογία διαλέγεται με θετικό τρόπο με την σύγχρονη επιστήμη και μάλιστα την επιστήμη της μοριακής βιολογίας. Διατυπώνει την άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης, γιατί κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα. Είναι χαρακτηριστικές οι απόψεις του μεγάλου σύγχρονου γενετιστού επιστήμονος Φράνσις Κόλλινς στο βιβλίο του «Η γλώσσα του Θεού», στο οποίο φαίνεται η αρμονική σχέση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης. Ο Φράνσις Κόλλινς παρουσιάζει τις τέσσερεις δυνατές σχέσεις μεταξύ πίστεως και επιστήμης, η μία «όταν η επιστήμη παραμερίζει την πίστη», η δεύτερη «όταν η πίστη παραμερίζει την επιστήμη», η τρίτη «όταν η επιστήμη ζητά θεία βοήθεια» και η τέταρτη «όταν επιστήμη και πίστη είναι σε αρμονία».

Σε μία σχετική εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος γράφει: «Η επιστήμη απαντά στο ερώτημα τί είναι ο κόσμος που βλέπουμε. Η θεολογία απαντά στο ερώτημα ποιός είναι ο δημιουργός του κόσμου. Η επιστήμη ερευνά το θέμα ποιά είναι η συμπεριφορά και λειτουργία των κτιστών πραγμάτων. Η θεολογία βλέπει την ενέργεια του Θεού που ζωοποιεί τον κόσμο. Η επιστήμη προσπαθεί να θεραπεύση τις ασθένειες που βασανίζουν τον άνθρωπο. Η θεολογία βοηθά τον άνθρωπο να υπερβή την κτιστότητα και την θνητότητά του. Η επιστήμη απαντά στο ερώτημα πώς δημιουργούνται και γίνονται τα όντα και τα κτίσματα. Η θεολογία ποιός είναι ο σκοπός και το τέλος της δημιουργίας» (Μεταξύ δύο αιώνων, σελ. 142-143).

Μέσα στην προοπτική αυτή ο Σεβασμιώτατος έγραψε το βιβλίο «Βιοηθική και βιοθεολογία», το οποίο ήταν αποτέλεσμα αφ’ ενός μεν της διδασκαλίας του στην Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή στον Βόρειο Λίβανο, αφ’ ετέρου δε των ομιλιών του τις οποίες εκφώνησε είτε στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είτε σε Ιατρικά Συνέδρια.

Το βιβλίο αυτό επαινέθηκε από πολλούς ειδικούς και ενασχολούμενους με τα θέματα αυτά.

Όταν μελετήσει κανείς τα βιοηθικά θέματα με τα οποία ασχολείται ο Σεβασμιώτατος θα διαπιστώσει ότι χρησιμοποιεί βιβλιογραφία ειλημμένη από τις επιστήμες της μοριακής βιολογίας, της γενετικής μηχανικής, της νευρολογίας και της βιοηθικής.

Στο βιβλίο Βιοηθική και Βιοθεολογία παρουσιάζεται με τρόπο ήρεμο ο διάλογος που μπορεί να γίνει μεταξύ ορθόδοξης θεολογίας και ιατρικής επιστήμης σε βιολογικά και βιοηθικά ζητήματα.

Εντυπωσιάζουν τα σημεία στα οποία στηρίζει την όλη έρευνά του: Το πρώτον είναι ότι οι έρευνες των επιστημόνων πρέπει να κινούνται με ελευθερία, ενώ η ορθόδοξη θεολογία δεν πρέπει να αντιτάσσεται στις έρευνες αυτές και δεν πρέπει να οδηγήσουν τη θεολογία και τη σύγχρονη επιστήμη σε σύγκρουση. Η ίδια η επιστήμη θα πρέπει να θέτει το πλαίσιο και τους όρους της έρευνάς της, πράγμα που γίνεται με την Βιοηθική. Το δεύτερο σημείο είναι ότι η ορθόδοξη θεολογία πρέπει να θέτει τις βασικές αρχές για το τί είναι η ζωή και ο θάνατος, ποιό είναι το νόημα της ζωής του ανθρώπου, και πώς υπερβαίνεται η φθαρτότητα και θνητότητά του. Το τρίτο σημείο είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, ο οποίος με το αυτεξούσιό του έχει την δυνατότητα νά κάνει τίς επιλογές του. Η Εκκλησία υποδεικνύει τον τρόπο ζωής και είναι πάντοτε έτοιμη να εκφράζει την αγάπη της και να θεραπεύει τον άνθρωπο γιά τίς αστοχίες του.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό ασχολείται στο βιβλίο «Βιοηθική και Βιοθεολογία» με επίκαιρα θέματα, όπως την βιοτεχνολογική επανάσταση, την σύνδεση μεταξύ επιστήμης της μοριακής βιολογίας και της μηχανικής ιατρικής, την βιοηθική ως επιστήμη, την χαρτογράφηση του ανθρωπίνου γονιδιώματος, την κλωνοποίηση, τις έρευνες στα βλαστοκύτταρα, τις αναπαραγωγικές τεχνολογίες, τις μεταμοσχεύσεις οργάνων, τις κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες, την ευθανασία και την Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Όλες αυτές τις περιπτώσεις τις αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη προσοχή, νηφαλιότητα, διάκριση ως προς την επιστήμη και τον άνθρωπο ο οποίος θέλει να χρησιμοποιήσει τα επιτεύγματά της. Δέχεται τα αποτελέσματα των βιοϊατρικών ερευνών και καταγράφει τον νηφάλιο θεολογικό λόγο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για τις βιοϊατρικές και ιατρικές έρευνες για τις βιοτράπεζες και την βιοπειρατεία, για τις κλινικές δοκιμές σε χώρες του τρίτου κόσμου, για την ευγονική, τον βιολογικό ντετερμινισμό, κ.π.ά.

Επομένως, ο Σεβασμιώτατος δεν αρνείται τις βιοϊατρικές έρευνες, αλλά παρουσιάζει την διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους μεγάλους Πατέρες, με σκοπό να βοηθήσει τον άνθρωπο της εποχής μας. Ο τρόπος με τον οποίον εργάζεται ομοιάζει με το πώς ο Μ. Βασίλειος διατύπωσε τις απόψεις του στην Εξαήμερο, χρησιμοποιώντας τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του και αντιπαραβάλλοντας αυτές με την διδασκαλία της Εκκλησίας.

Προκειμένου να τεκμηριώσει τις απόψεις του, όπως φαίνεται ευδιάκριτα στα βιβλία του, μελέτησε ιατρικά βιβλία και απέκτησε μία γνώση γύρω από την μοριακή βιολογία και γενικότερα γύρω από τον τρόπο με τον οποία λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα.

Ο Σεβασμιώτατος συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για την κατάρτιση του Κώδικα Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος και Δεοντολογίας, και συγχρόνως υποστήριξε τις απόψεις της Εκκλησίας σε βιοηθικά θέματα στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, η οποία συζητούσε για το ως άνω Κώδικα.

Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δίνουν μια μικρή μονάχα μαρτυρία αυτής της κοινωνικής προσφοράς του και του αξιοσημείωτου έργου του και συνθέτουν μια συνολική φυσιογνωμία ενός ανθρώπου χαμηλών τόνων αλλά με εσωτερική δυναμική και διεθνή αναγνώριση, που συνδυάζει τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την επιστήμη της Ιατρικής, άνθρωπος ανοικτός και παγκόσμιος και ταυτόχρονα τοπικός, εδραιωμένος σε μια απλή καθημερινή ζωή, άνθρωπος που συντηρεί την ελπίδα στην κοινωνία και δείχνει τον δρόμο στους πολλούς. Ο Σεβασμιώτατος διακρίνεται για το γνήσιο εκκλησιαστικό του φρόνημα, τη χρηστότητα του ήθους, την πληρότητα της επιστημονικής του συγκρότησης, την οξύνοια της σκέψης του και την ευρυμάθειά του.

Μέσω της αποψινής αναγόρευσης του Σεβασμιωτάτου, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων γίνεται επιστημονικά και ακαδημαϊκά πλουσιότερο και σοφότερο.

Τέτοια φωτεινά παραδείγματα ανιδιοτελούς προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο μπορούν να φωτίσουν το σκοτάδι της εποχής μας και να δώσουν ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Να αναδείξουν στους νέους μια αξεπέραστη στάση ζωής με αξιοπρέπεια και ήθος.