Ναύπακτος: Κόκκινα αυγά και πράσινα νερά

Πάσχα στη Ναύπακτο και στα ορεινά χωριά της, όπου τα πατροπαράδοτα έθιμα συνδυάζονται με γραφικές διαδρομές και φυσιολατρικές δραστηριότητες. Διαβάστε το αφιέρωμα της εφημερίδας Καθημερινή.

Στιγμές ανεμελιάς στην ανοιξιάτικη φύση της Oρεινής Ναυπακτίας.

Στιγμές ανεμελιάς στην ανοιξιάτικη φύση της Oρεινής Ναυπακτίας.

ΚΕΙΜΕΝΟ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΜΑΡΩ ΚΟΥΡΗ

Μεγάλη Παρασκευή, ίσα που προλάβαμε να ξεφύγουμε από το τσιμεντένιο αθηναϊκό κέντρο και να νιώσουμε την κατάνυξη της ημέρας σε ένα μοναδικά διαφoρετικό τοπίο. Δραπετεύσαμε ρουφώντας την κάθε στιγμή. Ανέκαθεν ρομαντικοί, φτάσαμε στο Αντίρριο με το φέρι, πλέοντας δίπλα στην υπερσύγχρονη καλωδιωτή γέφυρα. Καταλήξαμε ξυπόλυτοι πάνω στα βότσαλα, πλάι στο ενετικό κάστρο της Ναυπάκτου.

Ο κόσμος έκανε από το πρωί τα τελευταία πασχαλινά ψώνια κι εμείς ανηφορίζαμε στα πλακόστρωτα δρομάκια με τα χαμηλά σπίτια και τους πολύχρωμους κήπους, καθώς ξετυλιγόταν μπροστά μας ολόκληρη η ιστορία της πόλης μέσα στους αιώνες: πειρατές στην εντυπωσιακή σιδηρόπορτα του κάστρου που ορθώνεται στον καταπράσινο λόφο, Τούρκοι που βγαίνουν απ’ το Βεζύρ Τζαμί και το χαμάμ, αγωνιστές του ’21 έξω απ’ την οικία Τζαβέλλα. Σκιουράκια εξοικειωμένα με την ανθρώπινη παρουσία μάς πλησίασαν από τα πεύκα του λόφου, καθώς ακροβατούσαμε στα τείχη του κάστρου με την πολύπλευρη θέα προς την ατέρμονη αμμουδιά Ψανή, το γοητευτικό μικροσκοπικό λιμάνι με το γλυπτό του Ανεμογιάννη δυτικά, που κρατάει τον αναμμένο πυρσό όρθιος πάνω στη βάρκα του. Είναι ο Ελληνας ήρωας που θυσίασε τη ζωή του για την απελευθέρωση τον Μάιο του 1821, όταν επέλεξε να πυρπολήσει μια κορβέτα του τουρκικού στόλου που ήταν αγκυροβολημένη ανοικτά της Ναυπάκτου.

Απολαμβάνοντας το παγωτάκι μας στο καφέ του κάστρου, ρεμβάσαμε χαζεύοντας το κορινθιακό μπλε του ουρανού και της θάλασσας που «σχίζεται» από τη φαντασμαγορική γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου. Η καλωδιωτή γέφυρα, που τη νύχτα φωσφορίζει με λουλακί αποχρώσεις, απέσπασε το 2005 το βραβείο του πιο ξεχωριστού αρχιτεκτονικού επιτεύγματος από την Αμερικανική Εταιρεία Πολιτικών Μηχανικών. Στο μεταξύ, στα αυτιά μας αντηχούσαν οι μελωδίες της Φιλαρμονικής κάθε φορά που κατεβαίναμε μαζί της στην καρδιά της πόλης για να βολτάρουμε στο Στενοπάζαρο, ένα πλακόστρωτο σοκάκι με διώροφα παραδοσιακά κτίρια και μαγαζιά.

Η άρτια οχύρωση της Ναυπάκτου ξεκινά από το ενετικό λιμάνι και συνεχίζεται με αλλεπάλληλα τείχη μέχρι ψηλά, στο κάστρο.

Η άρτια οχύρωση της Ναυπάκτου ξεκινά από το ενετικό λιμάνι και συνεχίζεται με αλλεπάλληλα τείχη μέχρι ψηλά, στο κάστρο.

Κατάνυξη στο λιμάνι

Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής μάς επιφύλασσε εκπλήξεις, καθώς το φρούριο περιμετρικά του λιμανιού «αποκάλυψε» αναμμένες φωτιές μέσα στις ντάπιες (όπως λένε τις πολεμίστρες). Πρόκειται για έθιμο χρόνων, που θέλει έναν πύρινο σταυρό να αιωρείται ανάμεσα στους δύο πυργίσκους του λιμανιού. Δίπλα στο νερό ακολουθήσαμε τη λιτανεία δύο επιταφίων μαζί, του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Παρασκευής. Στο λιμάνι ο κόσμος έψελνε. Ο γενικός διακόπτης του φωτισμού της πόλης «κατέβηκε» για να υποδεχτούμε μια επιβλητική εικόνα: τα φωταγωγημένα τείχη καθρεφτίζονταν στο νερό και πυροτεχνήματα σαν δάκρυα υψώνονταν στον ουρανό, «μεταφέροντάς» μας σε μια ατμόσφαιρα νίκης. Μια παραπομπή στην ιστορική ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Τι γύρευε ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στη Ναύπακτο; Τον Σεπτέμβριο του 1571 υπηρέτησε ως υπαξιωματικός του στόλου που πολέμησε νικηφόρα στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου στις 7 Οκτωβρίου εναντίον του οθωμανικού στόλου ή, όπως ο ίδιος γράφει, «στο πιο δοξασμένο γεγονός που είδαν ή θα δουν ποτέ οι αιώνες». Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Θερβάντες επέδειξε ανδρεία, τραυματίστηκε τρεις φορές και έχασε το αριστερό του χέρι. Γλυπτό του κορυφαίου Ισπανού συγγραφέα και ποιητή στέκεται στο πάρκο που έχει πάρει το όνομά του, στον δυτικό βραχίονα του λιμανιού.

Στα ταβερνάκια του λιμανιού, κάτω από τα πλατάνια, γευτήκαμε μετά τον επιτάφιο καλαμαράκι, χταπόδι με μακαροτσίνια, θαλασσινά, σπανακόπιτα, λαδερά, νηστήσιμα, με θέα το φάρο και τα γραφικά κτίρια πάνω στο νερό, που φιλοξενούν καφέ και μπαράκια.

Ισορροπώντας στη συρματογέφυρα, οι λάτρεις της περιπέτειας περνούν από τη μία όχθη του Ευήνου στην άλλη.

Ισορροπώντας στη συρματογέφυρα, οι λάτρεις της περιπέτειας περνούν από τη μία όχθη του Ευήνου στην άλλη.

Κανόε – Καγιάκ και… «Χριστός Ανέστη»

Ξημερώνοντας Μεγάλο Σάββατο, η τάση φυγής μεγαλώνει. Ικανοποιούμε την ανάγκη επαφής μας με τη φύση στο Χάνι Μπανιά, μέσα σε κάνοε-καγιάκ και βάρκες ράφτινγκ. Φοράμε τις απαραίτητες στολές και κατεβαίνουμε με χειμαρρώδη ταχύτητα τον Εύηνο ποταμό. Μέσα στο φαράγγι νιώθουμε την αδρεναλίνη μας στα ύψη – απίστευτο συναίσθημα. Λένε πως ο ποταμός Εύηνος γεννήθηκε από εβδομήντα δύο βρύσες που ξεπετιούνται από τα αδρά στήθια των Βαρδουσίων. Το παρατσούκλι Φίδαρης το χρωστά στις διακλαδώσεις που σχηματίζει διατρέχοντας τα ορεινά της Αιτωλοακαρνανίας.

Κατεβαίνοντας ορμητικά το φαράγγι του Ευήνου, η αδρεναλίνη ανεβαίνει στα ύψη.
Κατεβαίνοντας ορμητικά το φαράγγι του Ευήνου, η αδρεναλίνη ανεβαίνει στα ύψη.
Η τρίωρη πεζοπορία μέτριας δυσκολίας στο μονοπάτι του φαραγγιού, κάτω από σκιερές βελανιδιές και ιτιές, καταλήγει στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, όπου ο νέος, φιλόξενος και επικοινωνιακός πάτερ Αρσένιος μας υποδέχεται με μπουκίτσες λουκουμάκι.

Πίσω στο Χάνι Μπανιά, φοράμε «τα καλά μας», όπως λένε, και στο ατμοσφαιρικό καφενείο απολαμβάνουμε καφεδάκι ψημένο στη χόβολη, πιάνοντας θέση στο τραπεζάκι πάνω από τα τρεχούμενα νερά που κοκκινίζουν στις ανταύγειες της δύσης. Αργότερα, στην αυλή της εκκλησιάς γιορτάζουμε την Ανάσταση ανάμεσα στους λιγοστούς κατοίκους του χωριού και τους συγγενείς τους. Λίγες κροτίδες απαραίτητες. Μόλις λάβουμε το Αγιο Φως, οι άνθρωποι αγκαλιάζονται ανταλλάσσοντας ευχές. Μια εικόνα γυμνή, μα τόσο κατανυκτική.

Στο κεφαλοχώρι Ανάληψη Τριχωνίδας, μισή ώρα από το Χάνι Μπανιά, μια γλύκα εμποτίζει την ψυχή μπροστά στο κάλλος της λίμνης Τριχωνίδας. Καθισμένοι γύρω από το τραπέζι με την παραδοσιακή μαγειρίτσα στο πετρόχτιστο χωριό Σίμο, μοιάζουμε σαν οικογένεια. Η εκκλησία της Παναγίας του περασμένου αιώνα με το όμορφο ψηφιδωτό συντηρήθηκε πρόσφατα, μου λένε. Από χωριό σε χωριό της Ναυπακτίας οι οικογένειες στις ανθισμένες αυλές χαίρονται το Πάσχα, με πρωταγωνιστές τον οβελία, τα στρωμένα τραπέζια και τα κόκκινα αυγά, προσκαλώντας τον επισκέπτη για κέρασμα!

 

Οι πιτσιρικάδες κάνουν ποδήλατο στην πλακόστρωτη κεντρική πλατεία του Πλατάνου. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου δεσπόζει στα αριστερά.

Οι πιτσιρικάδες κάνουν ποδήλατο στην πλακόστρωτη κεντρική πλατεία του Πλατάνου. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου δεσπόζει στα αριστερά.
Με προορισμό τον Πλάτανο

Στα χωριά Κάμπος Σίμου και Φαμίλα δεν βλέπουμε οικοδομικές -α λα Αθήνα- ατασθαλίες, παρά υπέροχα πέτρινα γεφύρια, όπως το μονότοξο του Πόριαρη, παραπόταμου του Ευήνου. Οι κάτοικοι επιβιώνουν με κτηνοτροφικές και αγροτικές εργασίες. Εδώ σμίγουν ο Κότσαλος και ο Εύηνος. Για να περάσουμε από τη μία όχθη στην άλλη, αιωρούμαστε στη συρματογέφυρα που τη δεκαετία του 1960 αντικατέστησε το καρέλι, το καλάθι-όχημα που στηριζόμενο σε καρούλια και χοντρά συρματόσχοινα περνούσε τους ανθρώπους απέναντι. Κατασκηνώνουμε στην αμμουδερή όχθη και κολυμπάμε. Μετά από περίπατο μισής ώρας σε χωματόδρομο έχοντας για συντροφιά τον Εύηνο στα δεξιά μας, φτάνουμε στο πανέμορφο μονότοξο γεφύρι της Αρτοτίβας.

Περνώντας την Ποκίστα, στο χωριό Πλάτανος περιηγούμαστε στα πλακόστρωτα σοκάκια, ανάμεσα στα αρχοντικά του Ροντήρη (1847), του Μαργαρίτη (1850) και του Κολουτούρου (1840), αλλά και στα μουσεία – το Λαογραφικό και το Εθνικής Αντίστασης. Ο ιδρυτής του δεύτερου, ο Πλατανιώτης γιατρός Νίκος Παπανικολάου, φρόντισε να περιληφθούν όσοι κι απ’ όποιο μετερίζι αντιτάχθηκαν στον κατακτητή, για να συντηρήσει τις συλλογικές μνήμες, να κηρύξει τη λήθη και να δώσει το σύνθημα για εθνική ομοψυχία: από τον Αρη Βελουχιώτη μέχρι την Πηνελόπη Δέλτα, τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, που αρνήθηκε να ορκίσει την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, και τους απλούς ανθρώπους που επιδίδονταν σε σαμποτάζ κατά των ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων. Η μέρα κλείνει όμορφα, σχεδόν κινηματογραφικά. Το παντο-μεζεδοπωλείο «Κράβαρα» στην «από ταινία βγαλμένη» πλατεία του Αγ. Νικολάου έχει κυριολεκτικά μουσειακό χαρακτήρα, τον οποίο διαμορφώνουν τα ιστορικά αντικείμενα, βιβλία και εξώφυλλα περιοδικών που εκτίθενται στους τοίχους. Τα τραπεζάκια του, στρωμένα με μεζέδες και κρασί, είναι πάντα γεμάτα με παρέες ορεξάτες για κουβέντα, πρόθυμες να μοιραστούν στιγμές και εμπειρίες, με λαϊκές πενιές να ακούγονται από τα ηχεία.