Το κύρηγμα του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου

Ὁ Χριστός ἐπάνω στόν Σταυρό ἐξεφώνησε ἑπτά λόγους. Ὁ τέταρτος λόγος Του ἀναφέρεται στήν θεία ἐγκατάλειψη. Σέ στιγμές ὀδύνης καί πόνου εἶπε: «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. κζ΄, 46). Τί ἦταν αὐτή ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Χριστοῦ; Ἦταν πράγματι ἐγκατάλειψη ἀπό τόν Πατέρα; Ἦταν συναισθηματική ἤ ἔκφραση πόνου μεγάλου;

1. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ λόγου αὐτοῦ

Σίγουρα δέν Τόν ἐγκατέλειψε ὁ Πατέρας Του, ἀφοῦ τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἑνωμένα πάντοτε, ἔχουν κοινή φύση καί ἐνέργεια καί ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση. Ἄλλωστε, ὁ Χριστός πρίν τό Πάθος Του εἶπε στούς Μαθητές Του: «ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐλήλυθεν, ἵνα σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πατὴρ μετ᾿ ἐμοῦ ἐστι» (Ἰω. ιστ΄, 32). Ἔτσι ὁ Θεός Πατήρ δέν ἐγκατέλειψε τόν Υἱό Του ποτέ.

Ὑπάρχουν μερικοί πού ἑρμηνεύουν αὐτόν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ ἀντορθόδοξα, ὅτι δηλαδή ἡ θεία φύση ἐγκατέλειψε ἔστω καί γιά λίγα δευτερόλεπτα τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτό εἶναι ἀθεολόγητο, καί αἱρετικό, διότι οἱ δύο φύσεις στόν Χριστό (θεία καί ἀνθρώπινη) ἑνώθηκαν, κατά τό δόγμα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιτέρως, ἀχωρίστως. Ἡ θεία φύση περιχώρησε τήν ἀνθρώπινη φύση, ὅπως τό πῦρ τό κάρβουνο καί δέν χωρίσθηκαν ποτέ, ἀκόμη καί τώρα εἶναι ἑνωμένες στόν οὐρανό μετά τήν Ἀναστάση τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό κοινωνοῦμε τό τεθεωμένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ στήν θεία Λειτουργία.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο, γράφει ὅτι ὁ Πατέρας δέν ἐγκατέλειψε ποτέ τόν Υἱό Του, πάντοτε ἦταν ἑνωμένος μαζί Του, ἀλλά ἐκείνη τήν ὥρα ὁ Χριστός ἐκφράσθηκε ὡς δικός μας ἐκπρόσωπος, δηλαδή μέ τήν κραυγή Του «ἐν ἑαυτῷ τυποῖ τό ἡμέτερον», πού σημαίνει ὁμιλοῦσε ἀντί γιά μᾶς. Ἐμεῖς μετά τήν ἁμαρτία τῶν Προπατόρων ἤμασταν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι καί παραθεωρημένοι, καί ἔπειτα προσληφθήκαμε καί σωθήκαμε μέ τά πάθη τοῦ ἀπαθοῦς.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέ τόν θάνατο εἶχαν ἐγκαταλειφθῆ ἀπό τόν Θεό. Στήν πραγματικότητα, οἱ ἄνθρωποι ἐγκατέλειψαν τόν Θεό καί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό Αὐτόν πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, τό Φῶς τό ἀληθινό, καί ζοῦσαν μέσα στόν σκοτεινό Ἅδη, τό κράτος τοῦ θανάτου.
Ἑπομένως, ὁ Χριστός μέ τήν κραυγή αὐτή ἐξέφρασε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τόν Θεό.

2. Οἱ τρόποι τῆς βιώσεως τῆς θεοεγκαταλείψεως

Πολλές φορές καί ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ παρόμοια περίπτωση μέ τόν Χριστό. Βρισκόμαστε πάνω σέ ἕναν ἄϋλο Σταυρό, πονᾶμε καί ὑποφέρουμε, αἰσθανόμαστε ὅτι ὅλοι μᾶς ἐγκατέλειψαν, ἀκόμη καί Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καί φωνάζουμε μέ πόνο καί ὀδύνη: «Θεέ μου, Θεέ μου ἱνατί μέ ἐγκατέλιπες;».

Τί εἶναι ὅμως αὐτή ἡ ἐγκατάλειψη;
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ μεγάλος αὐτός θεολόγος, ἀναφέρει τούς τέσσερεις τρόπους ἐγκαταλείψεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό.

Πρῶτον, εἶναι ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἐγκατάλειψη. Αὐτό ἔγινε στό πάθος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε μέ τήν νομιζόμενη ἐγκατάλειψη νά σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ. Πρόκειται γιά τήν «δοκοῦσαν ἐγκατάλειψιν».

Δεύτερον, εἶναι ἡ πρός δοκιμήν ἐγκατάλειψη, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἰώβ, γιά νά ἀναδειχθῆ ὑπόδειγμα ἀνδρείας, καί τόν Ἰωσήφ, γιά νά ἀναδειχθῆ ὑπόδειγμα σωφροσύνης. Ὁ Θεός τόν δοκιμάζει λίγο μέ τό νά τοῦ στερήση τήν Χάρη Του.

Τρίτον, εἶναι ἡ πρός πατρική παίδευση ἐγκατάλειψη, ὅπως ἔγινε στόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὥστε νά ταπεινοφρονῆ καί νά φυλάττη τήν ὑπερβολή τῆς θείας Χάριτος καί τῶν ἀποκαλύψεων πού τοῦ δόθηκαν (Β΄ Κορ. ιβ΄, 7).

Τέταρτον, εἶναι ἡ πρός ἀποστροφήν ἐγκατάλειψη, ὅπως ἔγινε στούς Ἰουδαίους, ὥστε μέ τήν τιμωρία νά μαλακώσουν καί νά ἐπιστρέψουν πρός μετάνοια.
Ὅλοι αὐτοί οἱ τρόποι εἶναι σωτήριοι καί γεμάτοι ἀπό θεία ἀγαθότητα, γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο τόν ὁποῖον δημιούργησε, καί χρησιμοποιεῖ πολλούς τρόπος γιά νά τόν ἐπαναφέρη στόν δρόμο τῆς σωτηρίας, ὅταν παρεκτρέπεται. Ὅταν ἀσκούμαστε στήν ὑπομονή καί ἔχουμε πίστη στόν Χριστό, τότε μέ ὅλους τούς τρόπους μποροῦμε νά σωθοῦμε.

Ὡς Χριστιανοί κάνουμε ἀγώνα γιά νά ζήσουμε μέ τόν Χριστό. Δέν εἶναι εὔκολο νά ζῆ ὁ ἄνθρωπος πάντοτε σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, νά ζῆ τήν τελειότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὁ νοῦς του νά εἶναι προσκολλημένος σέ Αὐτόν. Ἔτσι διαπράττονται πολλά πνευματικά λάθη.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνη μεγάλη Χάρη ἀπό τόν Θεό, μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα, μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, τότε λόγῳ ἀδυναμίας τοῦ νά βρίσκεται πάντοτε σέ αὐτήν τήν κατάσταση, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὑποστέλλεται γιά νά τόν δοκιμάση. Δέν πρόκειται γιά πλήρη ἐγκατάλειψη, ἀλλά γιά ὑποστολή, γιά ἄρση τῆς θείας Χάριτος, ὅπως ἔγινε στόν ἅγιο Σιουλανό καί ὁ Θεός τοῦ ἀπεκάλυψε: «Κράτει τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μήν ἀπελπίζου». Χρειάζεται τότε ὁ ἄνθρωπος νά ὑπομένη, γιατί προετοιμάζεται γιά νά λάβη ὡς δῶρο μεγαλύτερη Χάρη.

Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρεται ἀπρεπῶς στά δῶρα τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Θεός τόν ἀποστρέφεται γιά νά τόν κάνη νά αἰσθανθῆ τήν ἁμαρτία του καί νά μετανοήση. Ὁ ἅγιος Διάδοχος ὁ Φωτικῆς γράφει ὅτι αὐτή ἡ κατά ἀποστροφή παραχώρηση τοῦ Θεοῦ παραδίδει «τήν μή θέλουσαν ἔχειν ψυχήν τόν Θεόν» ὡς δέσμια στούς δαίμονες. Καί αὐτό εἶναι φοβερός πειρασμός.

3. Ἡ δική μας ἐγκατάλειψη

Ὑπάρχει καί μιά ἰδιαίτερη ἐγκατάλειψη, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείπη τόν Θεό, ὅταν ἐγκαταλείπη τόν Θεό τῶν Πατέρων Του. Στήν περίπτωση αὐτή κράζει συνεχῶς στήν ζωή του: «Θεέ μου, Θεέ μου ἱνατί σέ ἐγκατέλειψα;». Γιατί, Θεέ μου, σέ ἐγκατάλειψα, Ἐσένα πού εἶσαι ἡ πηγή τῆς ἀγάπης, πού τόσο μέ εὐεργέτησες!

Μιά τέτοια κραυγή εἶναι κραυγή μετανοίας καί εἶναι εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό. Καθημερινά τόν ἐγκαταλείπουμε καί καθημερινά πρέπει νά μετανοοῦμε. Συνεχῶς πρέπει νά προσευχόμαστε: «Σοί μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλά καί Σοί μόνῳ λατρεύομεν». Ἁμαρτάνουμε, ἀλλά μόνον ἐσένα ἀναγνωρίζουμε ὡς Θεό μας.

Ὁ λόγος «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί σέ ἐγκατέλειψα», αἰσθανόμαστε ὅτι περισσότερο ἁρμόζει σέ μᾶς. Ὅταν ἐμεῖς ἐγκαταλείπουμε τόν Θεό καί προσπαθοῦμε νά ζοῦμε μέ τήν λογικοκρατία, τήν αἰσθησιοκρατία καί τήν φαντασιοπληξία, τότε ὑποφέρουμε, δηλητηριαζόμαστε. Δέν ἀναπαύει τόν ἄνθρωπο ἡ ζωή τῆς ἀποστασίας, γιατί δημιουργήθηκε γιά νά ζῆ μέ τόν δημιουργό Του. Ἡ ζωή χωρίς τόν Χριστό εἶναι ἀπελπισία. Ὅμως ἡ μετάνοια δημιουργεῖ ἰδιαίτερη ἔμπνευση.

Βλέποντας τόν Χριστό τῆς δόξης ἐπάνω στόν Σταυρό, πρέπει νά Τόν ἔχουμε ὑπόδειγμα, ὥστε παραμένοντας καί ἐμεῖς πάνω στόν δικό μας ἄϋλο σταυρό, τόν σταυρό τῶν θλίψεων καί τῶν πειρασμῶν, τῆς ἀδυναμίας τοῦ νοῦ μας νά παραμένη πάντοτε στό γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά θεωροῦμε ὅτι αὐτή ἡ παραμονή μας εἶναι χῶρος δόξης, ἀφοῦ διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ὑπομονῆς θά ἀποκτήσουμε τήν ἀνάσταση τοῦ πνευματός μας.