Συνάξεις Θεολόγων στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας

«Η Εκκλησιαστική διάσταση του Έργου του Θεολόγου καθηγητή»

Συνάξεις Θεολόγων στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας

 

 

Με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας, Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά, προσκλήθηκαν όλοι οι θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί, της τοπικής Εκκλησίας σε μια συνάντηση αλληλογνωριμίας, δημιουργικής επικοινωνίας και εν Χριστώ κοινωνίας, αλλά και ανταλλαγής απόψεων γύρω από την καλύτερη δυνατή άσκηση του λειτουργήματος της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Για την διευκόλυνση των προσκληθέντων πραγματοποιήθηκαν τρεις επί μέρους συναντήσεις: το Σάββατο 9 Απριλίου στην Αμφιλοχία, την Κυριακή 10 Απριλίου στο Αγρίνιο και το Σάββατο 16 Απριλίου 2016 στην Ιερά Πόλη Μεσολογγίου.

Στην πρόσκληση του Μητροπολίτου οι θεολόγοι ανταποκρίθηκαν με μεγάλη προθυμία και έκδηλη χαρά, ενώ και στις τρεις συναντήσεις παραβρέθηκαν περίπου 100 θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί.

Το πρόγραμμα των συναντήσεων ήταν κοινό και περιλάμβανε εισήγηση από τον κ. Φώτιο Μάλαινο, θεολόγο – φιλόλογο, τ. Διευθυντή Λυκείου, και στη συνέχεια συζήτηση, την οποία διηύθυνε ο κ. Σπυρίδων Παπαθανασίου, Πρόεδρος του τοπικού Παραρτήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων και πρώην Διευθυντής Δ/θμιας Εκπ/σης Αιτωλοακαρνανίας.

Το θέμα το οποίο ανέπτυξε ο κ. Μάλαινος ήταν: «Η Εκκλησιαστική διάσταση του Έργου του Θεολόγου καθηγητή».

Ο εισηγητής τόνισε ότι η θεολογία πρωτίστως και κατ’ εξοχήν είναι χάρισμα και λειτουργία της Εκκλησίας, βιώνεται και διατυπώνεται από τους Πατέρες της, ψηλαφείται εμπειρικά στα πρόσωπα των θεοπτών Αγίων της και ακολούθως προσφέρεται, ως ένα βαθμό, στα μέλη της με τη βοήθεια κατηχητικών, διδακτικών και επιστημονικών μεθόδων, χάριν της πνευματικής τους τροφοδοσίας και της κατά Χριστόν αυξήσεως και προκοπής.

Επίσης, επισήμανε ότι ο θεολογικός λόγος δεν επιτρέπεται υπό την επίδραση ορθολογιστικών και ενδοκοσμικών προσανατολισμών να χάνει τον ευαγγελικό και εκκλησιοκεντρικό του χαρακτήρα και να εκπίπτει και εκφυλίζεται σε μια θρησκευτικώς άχρωμη κοινωνιολογία και ψυχολογία ή σε μια συγκρητιστική και στο τέλος αγνωστικιστική θρησκειολογία. Και τούτο, ιδιαιτέρως, όταν αυτός απευθύνεται στους ορθόδοξους μαθητές των ελληνικών σχολείων.

Ειδικότερα, για το μάθημα των θρησκευτικών υποστήριξε ότι ο οποιοσδήποτε μεθοδολογικός εκσυγχρονισμός και γνωσιολογικός εμπλουτισμός των διδακτικών ενοτήτων του με στοιχεία ιστορικά, πολιτιστικά, λογοτεχνικά, κοινωνιολογικά και άλλα ως συμπληρωματικό διδακτικό υλικό κρίνεται και αναγκαίος και επωφελής. Σε καμιά όμως περίπτωση αυτός δεν μπορεί να υποκαθιστά τους κύριους σκοπούς του μαθήματος και να αλλοιώνει τον ορθόδοξο χριστιανικό του χαρακτήρα.

Ενημερωτικά ανέφερε ότι στο πνεύμα αυτό κινήθηκαν και οι αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (13-01-2016) και της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (09-03-2016), κατόπιν σχετικής συζητήσεως, επί λίαν εμπεριστατωμένης εισηγήσεως του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, αναφορικά με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών.

Τέλος παρουσίασε διάφορους τρόπους σύνδεσης της σχολικής μονάδας και ενορίας, πάντοτε εντός του πλαισίου της σχολικής νομοθεσίας και με επίγνωση του διακριτού ρόλου θεολόγου καθηγητή και εφημερίου ιερέως.

Στο διάλογο που ακολούθησε, ο οποίος και στις τρεις επιμέρους συναντήσεις υπήρξε πλούσιος, ειλικρινής, συνθετικός και γόνιμος, έλαβαν μέρος πολλοί θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί, οι οποίοι κατέθεσαν άκρως ενδιαφέρουσες απόψεις, προτάσεις, αλλά και προσωπικές εμπειρίες από την άσκηση του λειτουργήματός τους.

Αξίζει όμως να υπογραμμισθεί ότι όλοι οι παριστάμενοι συμφώνησαν ότι ο ορθόδοξος χριστιανικός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών είναι αδιαπραγμάτευτος, ενώ συνομολόγησαν ότι, πέρα από την όποια νομική και θεσμική προστασία της ορθόδοξης χριστιανικής του ταυτότητας, εκείνο που κυρίως περιφρουρεί και αξιοποιεί χάριν των παιδιών μας αυτήν την ταυτότητα είναι το ορθόδοξο εκκλησιαστικό ήθος του θεολόγου εκπαιδευτικού.

Και στις τρεις συναντήσεις τη συζήτηση έκλεισε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Κοσμάς, ο οποίος προέβαλε το ζωντανό παράδειγμα του ορθοδόξου θεολόγου ως το υψηλότερο μάθημα θεολογίας και διατράνωσε την ανάγκη για διατήρηση του ορθόδοξου χριστιανικού χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος.

O Σεβασμιώτατος τόνισε ότι: «Η παρουσία του θεολόγου πρέπει να είναι παράδειγμα, που θα καίει και θα λέει ότι εδώ είναι ο Χριστός, έτσι είναι, και έτσι γνωρίζεται ο Χριστός, κι έτσι διακονείται ο Χριστός. Δεν μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα, ένας αγράμματος άνθρωπος, ο π. Παΐσιος, τον οποία τον γνώρισα προσωπικά, έχει αναστατώσει όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Σ’ εκείνον πήγαιναν καθηγητές πανεπιστημίου και καθόνταν σταυροπόδι και τον συμβουλευόταν. Μπορούμε λοιπόν όλοι μας, κληρικοί και λαϊκοί, να αναγεννηθούμε και να γίνουμε τέτοιοι αληθινοί θεολόγοι; Όταν εμείς είμαστε τέτοιοι θεολόγοι κανείς δεν μπορεί να μας παρενοχλήσει και να μας εμποδίσει, ούτε μέσα στο σχολείο, αλλά ούτε και στην κοινωνική ζωή».

Τέλος, ο Σεβασμιώτατος, ευχαρίστησε θερμά όλους τους παρισταμένους για την ολοπρόθυμη ανταπόκρισή τους στην πατρική του πρόσκληση και τους κάλεσε ακολούθως σε κοινό γεύμα, προσφορά της Ιεράς Μητροπόλεως.

Στην κοινή τράπεζα επεκράτησαν η αγάπη, η εγκαρδιότητα και ο ενθουσιασμός όλων των συνδαιτημόνων, οι οποίοι ευχαρίστησαν από καρδιάς τον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη τους για την πρωτοβουλία του αυτή και παρακάλεσαν να επαναληφθεί, κάτι το οποίο κι εκείνος με πολλή χαρά υποσχέθηκε.