Εκτός δικαιωμάτων οι μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες

Αντικείµενο διαφορετικών προσεγγίσεων καθίσταται το τελευταίο διάστηµα ο τρόπος αντιµετώπισης των µη κατά κύριο επάγγελµα αγροτών σε σχέση µε τις επιδοτήσεις, εν όψει των προτάσεων ενδιάµεσης αναθεώρησης της ΚΑΠ που καλείται να καταθέσει η κυβέρνηση µέχρι την 1η Αυγούστου 2016, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Agrenda.

Το θέµα προσέλαβε νέες διαστάσεις µετά τη διαµόρφωση του θεσµικού πλαισίου για τους κατ’ επάγγελµα αγρότες, µε τη σχετική διάταξη να καθιστά αυστηρότερες τις προϋποθέσεις µε βάση τις οποίες µπορεί ένας αγρότης να εξασφαλίζει την αντίστοιχη ταυτότητα (τουλάχιστον το 50% του εισοδήµατος από αγροτική δραστηριότητα).

Ένα βήµα µπρος, δύο πίσω

Οι σηµερινοί κυβερνώντες, µπλεγµένοι ανάµεσα στην ανάγκη να υπερασπιστούν κατά κάποιο τρόπο την εκλογική τους βάση, που δεν προέρχεται από τις µεγάλες µάζες των επαγγελµατιών του αγροτικού χώρου, αντίθετα εµφανίζει κατά βάση αστική προέλευση µε ενδιαφέρον για τεκταινόµενα στον τοµέα της αγροτικής παραγωγής, υποχρεώνονται συνεχώς σε ένα βήµα µπρος και δύο πίσω. Έτσι, από τη µια κάνουν πιο αυστηρό το θεσµικό πλαίσιο για τους κατ’ επάγγελµα αγρότες, από την άλλη επιχειρούν να διευκολύνουν τους νεοεισερχόµενους στην αγροτική παραγωγή και στις ενισχύσεις.

Σηµειωτέον ότι οι κοινοτικοί κανονισµοί σύµφωνα µε την Κοινή Αγροτική Πολιτική 2014-2020, αναφέρονται στον όρο «ενεργός αγρότης», ο οποίος είναι πολύ ευρύτερος και ενσωµατώνει στους κόλπους του τόσο τους κατά κύριο επάγγελµα, όσο και τους ετεροεπαγγελµατίες µε συµµετοχή στην αγροτική παραγωγή. Στόχος των Βρυξελλών είναι να µείνουν εκτός ενισχύσεων οι λεγόµενοι «αγρότες του καναπέ» που χωρίς να ασκούν πραγµατικά αγροτική δραστηριότητα, κυρίως επειδή διαθέτουν ιδιόκτητη αγροτική γη, νέµονται σηµαντικό µέρος των άµεσων ενισχύσεων.

Την όλη κατάσταση ήρθε να περιπλέξει την τελευταία εβδοµάδα και η πρόταση της βουλευτού Καρδίτσας του ΣΥΡΙΖΑ, Παναγιώτας Βράτζα, η οποία, σε γραπτό της κείµενο, εν όψει της ενδιάµεσης αναθεώρησης της ΚΑΠ, υποστηρίζει ότι «η κατανοµή δικαιωµάτων σε ετεροεπαγγελµατίες, χωρίς ουσιαστικά κριτήρια, αποτέλεσε και αποτελεί έγκληµα κατά της παραγωγής».