Αύξηση φόρου αναδρομικά στο εισόδημα από ενοικίαση της αγροτικής γης

Νέα δεδομένα για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις δημιουργεί η αύξηση των συντελεστών με τους οποίους φορολογούνται τα εισοδήματα από την εκμίσθωση αγροτικής γης και, μάλιστα, αναδρομικά από τις αρχές του 2015, όπως προβλέπει το πολυνομοσχέδιο με τα πρώτα προαπαιτούμενα που έρχεται μέσα στις επόμενες ώρες στη Βουλή.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που δόθηκε σε διαβούλευση το Σάββατο 10 Οκτωβρίου (σ.σ. η διαδικασία της διαβούλευσης θα κρατήσει μέχρι τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου), επιβάλλεται συντελεστής 15% στα εισοδήματα από ενοίκια έως 12.000 ευρώ, ενώ για το τμήμα του εισοδήματος που ξεπερνάει το όριο αυτό ο συντελεστής αυξάνεται στο 35%. Όπως αναφέρεται, η αύξηση ισχύει αναδρομικά από 1/1/2015.

Υπενθυμίζεται ότι σήμερα οι αντίστοιχοι συντελεστές είναι 11% (για εισοδήματα από ενοίκια έως 12.000 ευρώ) και 33% (για υψηλότερα των 12.000 ευρώ εισοδήματα).

Nα σημειωθεί εδώ ότι οι νέοι συντελεστές ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2015 και για μισθώματα που δεν έχουν καταφέρει να εισπράξουν οι ιδιοκτήτες από τους ενοικιαστές. Κι αυτό γιατί καταργείται το δικαιωμα εκχώρησης ανείσπρακτων ενοικίων στο Δημόσιο– διάταξη για την οποία επέμεναν ιδιαιτέρως οι δανειστές. Έτσι οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να δηλώσουν στην εφορία τα ανείσπρακτα ενοίκια και να φορολογηθούν γι” αυτά.

Στο επόμενο νομοσχέδιο τα φορολογικά για τους αγρότες

Στο πολυνομοσχέδιο δεν συμπεριλήφθησαν οι αλλαγές στη φορολόγηση των αγροτών, ούτε το νέο καθεστώς με τις εισφορές του ΟΓΑ καθώς, όπως είχαν γράψει σχετικά η Agrenda και το Agronews, θα περιέχονται στο δεύτερο «πακέτο» με τα «υπόλοιπα» των προαπαιτουμένων που, σύμφωνα με το σχεδιασμό, θα έρθουν προς ψήφιση στη Βουλή το αργότερο μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου.

Ωστόσο, μια πρόγευση των αλλαγών που έρχονται για τον ΟΓΑ όπως και για όσα ασφαλιστικά ταμεία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από την κρατική χρηματοδότηση, δίνει η πρόβλεψη στο πολυνομοσχέδιο για κατάργηση της δυνατότητας χρηματοδότησης των ελλειμματικών ασφαλιστικών ταμείων από τον «κουμπαρά» του ασφαλιστικού (ΑΚΑΓΕ) και, μάλιστα, αναδρομικά από την 1η Σεπτεμβρίου του 2015 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018.

Ένδειξη «όνομα αμπελουργικής εκμετάλλευσης» για τα ελληνικά κρασιά

Στο Άρθρο 18 αναφέρεται ότι με ΚΥΑ των υπουργών Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης θα καθορίζονται οι προϋποθέσεις χρήσης της ένδειξης «όνομα αμπελουργικής εκμετάλλευσης» στην επισήμανση των ελληνικών οίνων.

Ακόμα:

-Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την παραγωγή ανακαθαρισμένου συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής.

-Με κοινή απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι λεπτομέρειες περί των ειδικών όρων εμφιαλώσεως οίνων.

Αλλαγές και στη ζυθοποιήση

Για τις ζυθοποιίες επίσης προβλέπεται:

– Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδονται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου, καθορίζονται τα ποσοστά των πρώτων υλών και τα επιτρεπόμενα τεχνολογικά βοηθήματα (εκτός των ενζύμων τροφίμων), οι όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται κατά την παραγωγή του ζύθου και των προϊόντων ζύθου, ως και οι αναγκαίες διατυπώσεις και διαδικασίες για τον έλεγχο και την εποπτεία των μονάδων παραγωγής προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρησή τους.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι σχετικά με  την υποβολή αιτημάτων, από τη χώρα, στην αρμόδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για την επικαιροποίηση των ενωσιακών καταλόγων των προσθέτων, των ενζύμων και των αρωματικών υλών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή ζύθου προϊόντων, στο πλαίσιο της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας για τη θέσπιση ενιαίας διαδικασίας έγκρισης για τα πρόσθετα, τα ένζυμα ως και τις αρωματικές ύλες των τροφίμων».

Eπίσης

-Εφόσον ο ζυθοποιός επιθυμεί να παρασκευάσει και διαθέσει στην αγορά νέο ζύθο ή προϊόν ζύθου υποχρεούται προηγουμένως να προβεί σε σχετική γνωστοποίηση στην εποπτεύουσα Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους, καταθέτοντας φάκελο ο οποίος  περιλαμβάνει την ονομασία και την εμπορική επωνυμία του προϊόντος, τον τύπο αυτού, τον πλήρη κατάλογο των συστατικών και των χρησιμοποιούμενων τεχνολογικών βοηθημάτων, ως και συνοπτική περιγραφή της διαδικασίας παραγωγής του.».

Aυστηρότερες ποινές για τη φοροδιαφυγή

Για τη φοροδιαφυγή προβλέπονται ποινές φυλάκισης καθώς και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων. Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
– πραγματοποιεί έγκλημα φοροδιαφυγής όποιος με πρόθεση αποκρύπτει εισοδήματα, στοιχεία και ειδικά όταν δεν υποβάλλει δήλωση για οποιοδήποτε είδος φορολογίας. Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 ετών για την αποφυγή πληρωμής φόρου πάνω από 100.000 ευρώ ή άνω των 50.000 ευρώ εφόσον πρόκειται για ΦΠΑ. Δεν αναστέλλεται η ποινική διαδικασία ακόμη και αν ο φορολογούμενος υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή.

– καταργείται το ανώτατο όριο φορολογικών προστίμων 30.000 ευρώ για μη έκδοση φορολογικών στοιχείων (π.χ. αποδείξεων, τιμολογίων).

– η λήψη προληπτικών μέτρων διασφάλισης των εσόδων του δημοσίου σε βάρος όσων εντοπίζονται να έχουν φοροδιαφύγει πάνω από 150.000 ευρώ. Προβλέπεται η δέσμευση του 50% των καταθέσεων, του 50% του χρηματικού περιεχομένου θυρίδων και του 100% του μη χρηματικού περιεχομένου θυρίδων, όπως για παράδειγμα κοσμημάτων, ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται και σε όσους έχουν ασκήσει διοίκηση με κάθε τρόπο στην εταιρεία που εντοπίζεται να φοροδιαφεύγει ακόμη και αν έχουν αποβάλει την ιδιότητα του διαχειριστή ή υπεύθυνου της εταιρείας στο παρελθόν.

– μειώνεται από το 100% στο 50% το πρόστιμο της μη υποβολής δήλωσης παρακρατούμενων φόρων.
– Σε περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. Εξαιρείται της επιβολής κυρώσεων ο λήπτης που τελούσε σε καλή πίστη κατά την λήψη των στοιχείων.

– Σε κάθε περίπτωση όπου διαπιστώνεται, κατόπιν ελέγχου, η υποβολή ανακριβών δηλώσεων ή η μη υποβολή δηλώσεων, υποβολή δηλώσεων, με συνέπεια τη μη απόδοση ή την μειωμένη απόδοση ή την επιπλέον έκπτωση ή επιστροφή ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που θα προέκυπτε από την μη υποβληθείσα δήλωση ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα.

– Σε περίπτωση άσκησης οικονομικής δραστηριότητας χωρίς να έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης εργασιών, παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του ΦΠΑ που θα έπρεπε να είχε αποδοθεί για όλη τη διάρκεια λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας.
– Σε κάθε πρόσωπο μη υπόχρεο σε υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ που εκδίδει φορολογικά στοιχεία με ΦΠΑ, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του αναγραφόμενου φόρου που δεν αποδόθηκε».

– προβλέπεται πρόστιμο από 500 έως 2.000 ευρώ για την υποβολή ελλιπούς δήλωσης τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών.

– δίνεται η δυνατότητα στον έφορο να μειώνει τη διάρκεια της ήδη χορηγηθείσας ρύθμισης για οφειλές προς το δημόσιο εάν ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να πληρώνει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, οποτεδήποτε καθ΄όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Ειδικότερα, όσον αφορά στη φοροδιαφυγή το πολυνομοσχέδιο προβλέπει ότι έγκλημα  φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:

α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή  ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,
β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου

ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές,

γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτό.

Επίσης, όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος ή ανά φορολογική υπόθεση τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος ή ανά φορολογική υπόθεση: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.
– Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.

– Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:
α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και
β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.
Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.

Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.

Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο, έχει καταχωρηθεί στα βιβλία, τόσο του λαμβάνοντα, όσο και του εκδώσαντα το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις ΦΠΑ και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό.

–  Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από τις κείμενες διατάξεις στοιχεία ή παραστατικά πωλήσεων κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, εφόσον το συνολικό ύψος των συναλλαγών για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος] – Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης. Η μεταχείριση από το δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.

Αυτουργοί και συνεργοί στη φοροδιαφυγή

Στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί των εγκλημάτων του παρόντος νόμου θεωρούνται, εφόσον με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη συντέλεσαν στην τέλεσή τους:

α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι  των Δ.Σ, οι διευθύνοντες, εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.

β) Στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες οι ομόρρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.

γ) Στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και όταν αυτοί ελλείπουν ή απουσιάζουν οι εταίροι αυτών.

δ) Στους συνεταιρισμούς και ενώσεις αυτών οι πρόεδροι, οι γραμματείς, οι ταμίες, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
ε) Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες, ως αυτουργοί του εγκλήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι εκπρόσωποί τους , με βάση την ιδιωτική βούληση ή το νόμο ή δικαστική απόφαση, και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα και οι λοιπές διατάξεις της παρούσας παραγράφου.
στ) Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, ως αυτουργοί του εγκλήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην Ελλάδα.

ζ) Στα νομικά πρόσωπα εκτός των ανωτέρω αναφερομένων ή στις νομικές οντότητες κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 51Α του ν. 2238/1994 ή της περίπτωσης δ’ του άρθρου 2 του ν.4172/2013 Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, ως αυτουργοί θεωρούνται οι εκπρόσωποι αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.

Επίσης, αυτουργοί των ανωτέρω εγκλημάτων, κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, θεωρούνται και: α) όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας β) ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλοτρίων κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ως άμεσοι συνεργοί των ανωτέρω εγκλημάτων θεωρούνται ο προϊστάμενος του λογιστηρίου κάθε μορφής ή τύπου επιχείρησης ή όποιος με πρόθεση συμπράττει με οποιονδήποτε τρόπο γενικά στη διάπραξη των εγκλημάτων του παρόντος, ως τοιούτου νοουμένου και του υπογράφοντος τη δήλωση ως πληρεξούσιος.

Μηνυτήριες αναφορές
Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής υποβάλλεται αμέσως μηνυτήρια αναφορά από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

Η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής.

Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Το ποινικό δικαστήριο δύναται πάντως, σε περίπτωση που κρίνει ότι η έκβαση εκκρεμούς διοικητικής δίκης είναι ουσιώδης για τη δική του κρίση επί της υπόθεσης, να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.

Διαβάστε ολόκληρο το sxedionomou.pdf

agronews.gr