O Αγρινιώτης Αντιπρόεδρος Ένωσης Δικαστών & Εισαγγελέων για την κόντρα του κλάδου με την κυβέρνηση (ΗΧΗΤΙΚΟ)

Βρίσκω αναγκαίο να πέσουν οι τόνοι για την ομαλή πορεία της κοινωνίας μας και την ομαλή θεσμική πορεία. Πρέπει όλοι να συνεργαζόμαστε κατά τις αρμοδιότητες μας για το καλό και την πρόοδο της κοινωνίας.

Είναι διαφορετικό πράγμα όταν μιλάνε οι δικαστές ως εκπρόσωποι των σωματείων τους και διαφορετικό πράγμα όταν ενεργούν ως φορείς κρατικής εξουσίας. Δεν πρέπει αυτά τα δύο να τα μπλέκουμε.

Η δικαιοσύνη ως θεσμός είναι ανεξάρτητη και λαμβάνει αποφάσεις με κανόνες ισονομίας. Πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη στον θεσμό, υποχρεώνεται ο καθένας να εκτελέσει τις αποφάσεις της, το ίδιο οφείλει να κάνει και το κράτος. Όταν θέτεις τις αποφάσεις της δικαιοσύνης ως στοιχείο αντιπαράθεσης στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και στον τρόπο λειτουργείας της πολιτείας και της κοινωνίας είναι καταστροφικό για τους θεσμούς.

Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και θεωρητικές αντιλήψεις στο κατά πόσο οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας μπορούν να ασκούν κριτική στις αποφάσεις της δικαιοσύνης.

Ο κ. Κουρής, ο σημαντικότερος Έλληνας δικαστής, πρόεδρος του δικαστηρίου των ευρωπαϊκών κοινοτήτων επί έντεκα χρόνια,  έχει την άποψη ότι δεν δικαιούνται οι υπουργοί και οι βουλευτές να κάνουν κριτική. Άλλοι δικαστές έχουν διαφορετική άποψη, αυτό είναι ένα θέμα αμφισβητούμενο, και οι δύο απόψεις έχουν στηρίγματα.
Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο δημοκρατικό πολίτευμα είναι ότι ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας οφείλει να συμμορφωθεί σε μία απόφαση που βγήκε από συντεταγμένο δικαστήριο.
Το γεγονός ότι μπορεί να λέει κάποιος ότι δεν του αρέσει μία απόφαση δεν του αφαιρεί την υποχρέωση να εφαρμόσει αυτή την απόφαση.

Ως δικαστές δεν έχουμε κανένα πρόβλημα στο να υποβάλουμε πόθεν έσχες. Δεν υπάρχει καμμιά πρόθεση απόκρυψης.
Η υποχρέωση κατάθεσης πόθεν έσχες υπάρχει στους δικαστές από το 1995. Το πόθεν έσχες έχει καθιερωθεί με διάφορους νόμους, με βάση τον τελευταίο νόμο είναι υποχρεωτική η έκδοση νομοθετικών κειμένων, οι λεγόμενες υπουργικές αποφάσεις που εξειδικεύουν πως εκπληρώνεται ο σκοπός του νόμου αυτού. Το 2016 εξεδώθη νέα υπουργική απόφαση η οποία καθόριζε μία συγκεκριμένη διαδικασία, καταρχήν την ηλεκτρονική υποβολή, για την οποία δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση πλέον, μιας και σωστά το ΣΤΕ έκρινε ότι είναι νόμιμη η ηλεκτρονική υποβολή γιατί η συνεργασία των πληροφοριακών συστημάτων μεταξύ τους βγάζει την αλήθεια.
Η υπουργική απόφαση όμως καθόριζε όμως και άλλα πράγματα που σε κάποιες περιπτώσεις δημιουργούν κινδύνους.
Εγώ π.χ. χειρίζομαι πολύ σημαντικές υποθέσεις ανθρώπων οι οποίοι έχουν την δυνατότητα να επιτεθούν σε μένα να προσβάλουν την οικογένειά μου κ.λ.π. Γνωστοποιώντας αυτά τα προσωπικά μου δεδομένα στο διαδίκτυο (διεύθυνση, οικογενειακή κατάσταση κ.λ.π.) διευκολύνεται αυτός ο κίνδυνος. Καταρχήν σε αυτό διαφώνησαν ορισμένοι οι δικαστές, κρίνοντας ότι δημιουργείται ένας κίνδυνος και προσέφυγαν στο αρμόδιο δικαστικό όργανο ως έχουν δικαίωμα.

Η πρόσφατη απόφαση του ΣΤΕ αφορά την υπουργική απόφαση που εξειδικεύει το πως θα εφαρμοστεί αυτός ο νόμος.
Το δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένα στοιχεία δεν πρέπει να υπάρχουν στην υπουργική απόφαση, πρέπει λοιπόν να εκδοθεί μία νέα υπουργική απόφαση που να συμμορφώνεται με την νέα δικαστική απόφαση και αμέσως οι δηλώσεις θα υποβληθούν.

Η απόφαση που βγήκε προχθές από το ΣΤΕ δεν αφορά μόνο τους δικαστές, καταλαμβάνει όλους του υπόχρεους πόθεν έσχες και τους δικαστές και τους πολιτικούς και τους υπαλλήλους.

Να υπενθυμίσω ότι οι δικαστές δεν αντέδρασαν μόνο στην κριτική που δέχτηκαν για αποφάσεις της δικαιοσύνης που αφορούσαν τους ίδιους.
Θέλω να υπενθυμίσω την στάση των δικαστικών ενώσεων όταν κάποιοι από διάφορες πλευρές της εκτελεστικής και την νομοθετικής εξουσίας προέβαιναν σε δηλώσεις ενόψει της εκδίκασης των τηλεοπτικών αδειών. Η αντίδραση τότε των δικαστικών ενώσεων ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή που υπάρχει σήμερα για το πόθεν έσχες.

Η ακύρωση των μειώσεων των μισθών των δικαστών δεν κρίθηκε από δικαστές όπως έγινε για τους αστυνομικούς και τους στρατιωτικούς αλλά από άλλες πλειοψηφίες.
Για τους δικαστές ειδικά, έχει προβλεφθεί από το σύνταγμα ότι τα μισθολογικά τους ζητήματα δεν δικάζονται από δικαστήριο που αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές, το δικαστήριο το οποίο εκδικάζει τέτοιες υποθέσεις συγκροτείται μόνο για το σκοπό αυτό και απαρτίζεται στην πλειοψηφία, κατά τα 2/3, από δικηγόρους και καθηγητές πανεπιστημίου. Αυτό δεν έχει γίνει γνωστό.

Δεν δικαιούνται πιστεύω οι δικαστές να μπαίνουν σε έναν διάλογο αντιπαράθεσης με τους πολιτικούς. Δεν μπορεί ο δικαστής να καθίσταται υποκείμενο του πολιτικού διαλόγου.

Κατά την γνώμη μου το κοινό περί δικαίου αίσθημα είναι αμφισβήτηση της δημοκρατίας. Να θυμίσω ότι η πρώτη εκδήλωση του κοινού περί δικαίου αισθήματος ήταν το άρον άρον σταύρωσον αυτόν στην δίκη του Χριστού. Οι κοινωνικές αντιλήψεις όπως είναι γνωστό αλλάζουνε, ο νόμος μένει ο ίδιος. Αν ήταν έτσι θα βγάζαμε αποφάσεις με δημοψηφίσματα.

Στην τελευταία μας συνέλευση ξαναειπώθηκε η πρόταση μας να υπάρχει ένα χρονικό διάστημα τριετές, μετά την αποχώρηση από το δικαστικό σώμα, που να απαγορεύεται η κατάληψη κάποιας πολιτικής ή κρατικής θέσης.

Η επιλογή της δικαστικής ηγεσίας από την πολιτική ηγεσία είναι θέμα συνταγματικής αναθεώρησης.
Η δικαιοσύνη είναι άσκηση λαϊκής εξουσίας μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας. Επειδή πηγή όλων των εξουσιών είναι ο λαός πρέπει να υπάρχει ένας σύνδεσμός, έστω και έμμεσος, ανάμεσα στην επιλογή αυτών που δικάζουν και της λαϊκής βούλησης. Ο τρόπος επιλογής της δικαστικής εξουσίας καθορίζεται από το σύνταγμα και γίνεται από το υπουργικό συμβούλιο γιατί αυτό εκλέγεται από τον λαό.
Το γεγονός ότι δημιουργεί κίνδυνο διαπλοκής δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μία εσφαλμένη λύση που θα είναι η κατάργηση του λαϊκού στοιχείου στην επιλογή των δικαστών. Αν πούμε ότι η ηγεσία θα επιλέγεται από τους δικαστές θα έχουμε ένα αναπαραγόμενο σύστημα που δεν θα έχει καμία λαϊκή νομιμοποίηση. Πρέπει να συζητήσουμε με ποιο τρόπο θα εκφραστεί η λαϊκή βούληση στην επιλογή των δικαστών. Οι όποιοι κίνδυνοι δεν πρέπει να μας κάνουν να φεύγουμε από την θεσμική συγκρότηση της κοινωνίας μας.

Εμείς ως δικαστές δεν θέλουμε να διεκδικήσουμε ένα τρόπο άσκησης επικοινωνιακής πολιτικής. Ο μόνος τρόπος που έχουμε είναι η έκφραση των απόψεών μας. Δεν μπορούμε να εντάξουμε τις αποφάσεις των δικαστηρίων στα πλαίσια μιας επικοινωνιακής πολιτικής.
Παρά την εντύπωση που υπάρχει, η συνεργασία των εξουσιών υπάρχει σε πολλά ζητήματα. Παρά τις άστοχες τις οξύνσεις, στις οποίες δεν θέλουν να συμμετέχουν οι δικαστές, δεν είναι καλό να κρύβεται η πρόοδος που υπάρχει.

Υπάρχει και το προσωπικό ύφος, για το ίδιο ζήτημα, στο διάλογο που έγινε με τον υπουργό κ. Κοντονή, απάντησε και ο πρόεδρος του ΣΤΕ αλλά και ο πρόεδρος και ο γραμματέας της ένωσης εισαγγελέων, είπαν τα ίδια πράγματα αλλά με διαφορετικό τρόπο, ο τρόπος έκφρασης είναι στοιχείο της προσωπικότητας του καθενός.


Ακούστε ολόκληρη την εκπομπή:

stigma.gr

Προσλήψεις 2 ατόμων στη Ναύπακτο