Στην τραπεζαρία της εξουσίας | Δημήτρης Βελτσίστας: «ΝΕΩΡΙΟΝ 2015 Μαγιού | Πόρνη | Χρόνων | 130…»

Σίγουρα είναι η βιτρίνα της χρονιάς γι’ αυτή την βαθιά συντηρητική κοινωνικά και πολιτικά επαρχιακή πόλη του Αγρινίου, και θα διακινδυνέψω το παράσημο της υπερβολής, αλλά θα υποστηρίξω την άποψη, ότι αυτόν τον ίδιο τίτλο θα μπορούσε αυτή η βιτρίνα να τον διεκδικήσει ακόμα και πανελλαδικά.
Είμαι επίσης σίγουρος, ότι η προβολή που φαίνεται να αποκτά, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο, η σύνθεση αυτή, θα κάνει πολλούς από όσους σταθούν στο πρώτο επίπεδο της ανάγνωσής της, να αγανακτήσουν ή ακόμα περισσότερο να «ξεσηκωθούν» και κατά του δημιουργού της, αλλά και κατά όσων σταθούν «ενώπιον της» και βρουν το θάρρος να σκύψουν και να αντικρίσουν μέσα τους (όχι μέσα της) το βέβηλο σημαινόμενο, που έρχεται να αφυπνίσει, την εν σιγάσει κανιβαλική υπομονή της αδιαφορίας μας απέναντι στην εξαθλίωση μας.

 

Γράφει ο Λευτέρης Τηλιγάδας

Στη κρυφή μας οργή στοχεύει αυτή η σύνθεση. Στη κρυφή οργή, η οποία πέντε χρόνια τώρα ψάχνει τις υποδόριες διαδρομές των μικρομεσαίων ιστών, οι οποίοι εκτρέφουν την εκρέουσα υγρασία των βλεμμάτων, στις χαοτικές αρτηρίες του εγκεφάλου μας, για να μεταλλάξουν την αγανάκτηση σε ηχηρό παρόν της διεκδίκησης μιας ζωής που πρέπει να κερδηθεί ξανά.

Από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα αυτή τη δημιουργία και πριν ακόμα διαβάσω το κείμενο που τη συνοδεύει, η μνήμη ανέσυρε την αίσθηση, που έχει γράψει πάνω στα δομικά υλικά της αντοχής μου μία ταινία που προβλήθηκε στο τέλος της Επταετίας, και της οποίας η τότε πρόκληση μόνο προφητική μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα, για όλα αυτά που συνέβηκαν σε τούτα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη που ορίζουν τις εκατέρωθεν χερσαίες και υδάτινες γεωγραφίες της Πίνδου.
Είναι μια Ιταλογαλλική ταινία σε σκηνοθεσία Μαρκο Φερέρι με τους Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, τον Ούγκο Τονιάτσι, τον Φιλίπ Νουαρέ, τον Μισέλ Πικολί, τον Αντρέα Φερεόλ, που βγήκε για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες το 1973, αμέσως δηλαδή μετά το Πολυτεχνείο, και καθορίζει με τον πιο δηλωτικό και ελεγειακά ποιητικό τρόπο την βαθύτερη ουσία της μεταπολίτευσης… και όχι μόνο.
Μη σταθείτε στην απεικόνιση της οικογενειακής φωτογραφίας μόνο…
Είναι όλες οι οικογένειες της νεώτερης ιστορίας, που κυβέρνησαν αυτή τη χώρα, αυτή η φωτογραφία. Είναι όλες οι οικογένειες, οι δικές μας οικογένειες, που ανέχθηκαν να χωρέσει η ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης μέσα σε τρεις μικρούλες λεξούλες, που κλέβω από τον τίτλο μιας άλλης ταινίας: «Πιπί, κακά και νάνι». (Να μην ξεχάσω να συμπληρώσω στην αρχή το «μαμ». «Μάμ, πιπί, κακά και νάνι»)
Να σταθεί περισσότερο το βλέμμα σας στα αδειανά στεφάνια πάνω από τις πορσελάνες μιας αποχέτευσης που εκβάλει στις ρίζες της ματωμένης ξηρασίας των ημερών μας… Στη σφεντόνα κυρίως, την οποία και σας καλώ να πάρετε μαζί σας, ως ανάμνηση αυτής της δημιουργίας. Θα σας χρειαστεί.

Όχι. Το μεγάλο φαγοπότι δεν αφορά την «Αγία Οικογένεια» μόνο. Αφορά, κατά την ανάγνωση μου, «την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», την εξουσία οπωσδήποτε ή την «Πόρνη» κατά τον Δημήτρη Βελτσίστα, ο οποίος είναι ο Δημιουργός αυτού του εκθέματος, καθώς και του ποιήματος το οποίο την συνοδεύει:
«Η Πόρνη… | Έλα | κοίτα καλά, | στου σταυρού σου τον καθρέφτη.
Δες, | την πόρνη, | που μέσα σου έχεις. | Δεν σου άρεσε; | Μήπως πόρνη σε γέννησε;
ΟΧΙ;
Ναι όμως | ούτε σένα | ούτε Εμένα, | ούτε εκείνον.
Τότε;
Ποιάς, γυναικός μήτρα,
Τεκνοποίησε σπέρμα ανδρός | και ον στα σπλάχνα της | μεγάλωσε | και σπούδασε, | υπογράφοντας [Άντρας δε,] τα όλα μας, | σε φίλους, δήθεν | και καπότα στους ώμους μας, | βδέλλας τρόπο, | βρήκανε και μας αποζυμούν | απ’ τα πολύ παλιά.
Ξανακοίτα | ξανά και ξανά | την πόρνη που μέσα σου έχεις.
Δες | ότι πουτάνα, | δε γέννησε τέτοιο ον.
Το χέρι σου, | βοήθησε | από πάντα. | Τους στηρίζεις, | τους χειροκροτείς | και ελπίζεις. | Άλλαξέ το | έστω και τώρα, | ναι τώρα, | τον ήλιο κρύψε τους | και θα τους δεις, | να αργοσβήνουν.
Το δικό σου ήλιο… | και το δικό μου ήλιο θα κρύψω | και το δικό του Ήλιο πρέπει
να τον κρύψει.
Must be, | do it now, | η μόνη ελπίδα, | είσαι εσύ. | Τέλος».