Προς ορτινάτζα «δημοσιογράφο» του Αγρινίου!

Κάποτε ένας χωρικός ήθελε ν’ αποκτήσει έναν γάιδαρο για τις δουλειές του. Μόλις λοιπόν πληροφορήθηκε ότι ένας συγχωριανός του είχε ένα γαϊδούρι για πούλημα, έτρεξε για να δει αν του κάνει να το αγοράσει. Πραγματικά, εξετάζοντας το ζωντανό, έμεινε ικανοποιημένος. Ρώτησε λοιπόν τον ιδιοκτήτη του για την τιμή του. Αλλά εκείνος, χαμηλώνοντας το βλέμμα του, σχεδόν με συστολή του είπε:
—Ξέρεις, πριν σου πω την τιμή, πρέπει να σου εκμυστηρευτώ κάτι: Ο γάιδαρος αυτός είναι πούστης!
—Τι έκανε λέει; ρωτάει εμβρόντητος, μη πιστεύοντας στ’ αφτιά του ο αγαθός χωρικός.
—Αυτό που άκουσες, συνεχίζει σχεδόν περίλυπος ο ιδιοκτήτης του γαϊδάρου, σαν να αναγνώριζε μερίδιο δικής του ευθύνης ή συνενοχής για το κουσούρι του ζώου του. Ο γάιδαρος είναι πούστης…
—Ε, καλά! απαντάει ο χωρικός, έχοντας προφανώς ξεπεράσει το αρχικό του ξάφνιασμα από την απροσδόκητη… “αποκάλυψη” και, βέβαια, μη βρίσκοντας κανένα νόημα σε μια τέτοια συζήτηση γύρω από τις σεξουαλικές ιδιαιτερότητες του γαϊδάρου. Κι εμένα τί με κόφτει τί κάνει ο γάιδαρος;
—Δεν ξέρω, εγώ είχα υποχρέωση να στο πω… σχεδόν ψελλίζει το αφεντικό του ζώου, σηκώνοντας τάχα με αδιαφορία τους ώμους του, στην πραγματικότητα όμως προσπαθώντας να κρύψει την ικανοποίησή του για το ό,τι ξεπεράστηκε τόσο εύκολα και ανώδυνα το μειονέκτημα του ζώου.
—Πες μου πόσο κάνει, επανέρχεται αποφασιστικός ο αγοραστής.
—Τόσο…
—Εντάξει, έγινε!
Ευχαριστημένος ο χωρικός, καβάλησε στο γαϊδούρι που μόλις απόκτησε και γύρισε στο κονάκι του.
Την επόμενη μέρα πήγε με το γαϊδούρι στο χωράφι του. Μάζεψε τη συγκομιδή της ημέρας, πατάτες, λάχανα, τομάτες, μελιτζάνες, χόρτα, μια καλή ζαλιά, κι αρχίνησε το φόρτωμα. Το ζώο, υπομονετικό και υπάκουο, δεχόταν αδιαμαρτύρητα το βαρύ φορτίο. Όμως, μόλις ο χωρικός τελείωσε, ο γάιδαρος άρχισε να τσινάει σαν δαιμονισμένος και πέταξε όλο το φορτίο χάμω. Ο αγαθός χωρικός απόρησε. Καλοπροαίρετα υπέθεσε ότι ίσως κάποια κακιά μύγα να τσίμπησε το ζώο και δικαιολογημένα αυτό αφήνιασε. Φτου κι απ’ την αρχή, λοιπόν, ξαναφόρτωσε το ζώο. Πάνω που τελείωσε όμως το φόρτωμα, πάλι τα ίδια. Κλοτσιές και τσινιές του γαϊδάρου, κι όλα τα πράγματα ξανά καταγής. Κι αυτό επαναλήφθηκε και πάλι και πάλι…
Απηυδισμένος ο χωρικός, μια και δυο κινάει με το γαϊδούρι και πάει στον συγχωριανό του που του τον πούλησε για να διαμαρτυρηθεί.
—Ρε πατριώτη, πιο ανάποδο ζώο από τούτο εδώ που μου πάσαρες δεν μου έχει ξανατύχει. Δεν υποφέρεται. Το και το μου έκανε… Και ο δύστυχος βάλθηκε να εξιστορεί τον μπελά που τον βρήκε με τον γάιδαρο που αγόρασε.
Και τότε έρχεται αφοπλιστική η απάντηση από τον πρώην ιδιοκτήτη:
—Έεεε! Από πούστη γάιδαρο τί περιμένεις;

Ν.Σ.